Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΕΡΕΥΝΑ

Πιστέψτε τα παιδιά

Πώς το αποκαλούμενο σύστημα παιδικής προστασίας αποτυγχάνει συστηματικά να προστατέψει τα παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης

Πιστέψτε τα παιδιά

"Children" by Daska, licensed under CC BY-ND 2.0.

Περίπου ένα στα πέντε παιδιά στην Ευρώπη πέφτει θύμα κάποιας μορφής σεξουαλικής βίας, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο δράστης, σε εννέα από τις δέκα περιπτώσεις, είναι πρόσωπο του στενού οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος του παιδιού. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, το ποσοστό φτάνει το 16%, δηλαδή περίπου ένα στα έξι παιδιά.[1]

Η ιστορία κάθε παιδιού που καταγγέλλει σεξουαλική κακοποίηση είναι διαφορετική. Η αντιμετώπιση όλων των παιδιών από τις ελληνικές αρχές, ωστόσο, είναι σε μεγάλο βαθμό κοινή. Ανεπαρκής στην καλύτερη περίπτωση, επικίνδυνη και τιμωρητική στη χειρότερη. Όσα ακολουθούν είναι στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή εκατοντάδων γυναικών και παιδιών στην Ελλάδα.

Τι συμβαίνει όταν ένα παιδί αποκαλύπτει ότι έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά

Τα γεγονότα εξελίσσονται συνήθως ως εξής: το παιδί αποκαλύπτει ότι έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον πατέρα του ή/και άλλο πρόσωπο του οικείου περιβάλλοντος. Εάν έχει υποστηρικτική μητέρα ή άλλο υποστηρικτικό πρόσωπο στον στενό κοινωνικό του κύκλο, μπορεί να γίνει καταγγελία στις αρχές. Αυτό ωστόσο συμβαίνει σπάνια: μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό περιστατικών παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης φτάνει ποτέ σε γνώση των αρχών ή οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας (λιγότερα από 2 στα 100).[2]

Και τότε είναι που ξεκινάει ο γολγοθάς για το παιδί και τη μητέρα του.

Ο πατέρας και οι συνήγοροί του θα υποστηρίξουν ότι το παιδί λέει ψέματα επειδή το έχει χειραγωγήσει η μητέρα του με σκοπό να το αποξενώσει από τον πατέρα του. Θα χρησιμοποιήσουν, δηλαδή, το νομικό τέχνασμα για την υπεράσπιση κακοποιητών, που είναι γνωστό στον δημόσιο λόγο ως «σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης» ή απλώς «γονεϊκή αποξένωση».[3] Δεν χρειάζεται να το αποδείξουν. Θα ισχυριστούν αόριστα ότι η μητέρα θέλει να εκδικηθεί τον πατέρα και αυτό, συνήθως, είναι αρκετό. Πράγματι, έρευνα σε περισσότερες από 2.000 δικαστικές αποφάσεις στις ΗΠΑ έδειξε ότι, όταν ο πατέρας επικαλείται «γονεϊκή αποξένωση», τα δικαστήρια απορρίπτουν σε σχεδόν διπλάσιο ποσοστό τις καταγγελίες κακοποίησης της μητέρας.[4]

Όσο πλησιάζει η ημερομηνία για το δικαστήριο, οι συνήγοροι του πατέρα θα πιάσουν στασίδι σε «φιλόξενες» τηλεοπτικές εκπομπές, όπου θα εξαπολύουν μύδρους ενάντια σε όποιον/α έχει τολμήσει να υπερασπιστεί μητέρα και παιδί.[5]

Μόλις η πλευρά του πατέρα ισχυριστεί ότι υπάρχει «γονεϊκή αποξένωση» —και αυτό συμβαίνει σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις όπου υπάρχει καταγγελία παιδιού για σεξουαλική κακοποίηση— θα ενεργοποιηθεί ένας πολύ συγκεκριμένος μηχανισμός από την αστυνομία, από την εισαγγελία και από τη δικαστική αρχή.

Το παιδί θα καταθέσει το τραυματικό του βίωμα πολλές φορές. Αρχικά στην αστυνομία, πιθανώς και στο Σπίτι του Παιδιού, έπειτα σε δικαστικούς λειτουργούς και σε διορισμένους από την εισαγγελία ή το δικαστήριο πραγματογνώμονες.[6]

Στην αστυνομία η κατάθεση του παιδιού θα μοιάζει με ανάκριση. Θα του ασκήσουν πίεση με ερωτήσεις-παγίδες, θα το αμφισβητήσουν, θα του προσφέρουν άλλες ερμηνείες για το προσωπικό του βίωμα: «μήπως προσπαθούσε να σε ξεπλύνει;», «μήπως ήθελε να σου δείξει πόσο σ’ αγαπάει;» — και αυτό πολλές φορές παρά τον επίμονο αντίθετο ισχυρισμό του παιδιού. Όλα αυτά, φυσικά, κατά παράβαση του πρωτοκόλλου δικανικής εξέτασης ανηλίκων θυμάτων.[7]

Θα ορίσουν ιατροδικαστική εξέταση ακόμα και μήνες ή χρόνια μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό. Τι κι αν η συλλογή ιατροδικαστικού υλικού πρέπει να λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός 72 ωρών και, στα παιδιά προεφηβικής ηλικίας, εντός 24 ωρών, σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες.[8] Ακόμα και να γίνει έγκαιρα όμως, η απουσία ευρημάτων δεν σημαίνει ότι το παιδί δεν έχει κακοποιηθεί.[9]

Εάν η ιατροδικαστική εξέταση —που συχνά δεν ολοκληρώνεται λόγω της αντίδρασης των παιδιών[10]— δεν δείξει κάτι, αυτό θα αποτελέσει βασικό στοιχείο της δικογραφίας και όπλο υπέρ του ισχυρισμού του πατέρα περί «γονεϊκής αποξένωσης». Ιατροδικαστικά ευρήματα σπάνια υπάρχουν στις υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης (σε ποσοστό μικρότερο του 5% των περιπτώσεων).[11] Εάν ωστόσο υπάρξουν ευρήματα, θα αμφισβητηθούν και θα γίνει προσπάθεια να απαξιωθεί και η ιατροδικαστική έκθεση.

Η εισαγγελία ανηλίκων[12] μπορεί να διατάξει κατάθεση στο Σπίτι του Παιδιού —την εξειδικευμένη υπηρεσία που προβλέπει ο νόμος για την εξέταση κακοποιημένων παιδιών— μπορεί και όχι. Μπορεί να στείλει το παιδί σε κάποια άλλη δημόσια υπηρεσία, νοσοκομείο ή κέντρο ψυχικής υγείας, ή και σε ιδιώτη εγγεγραμμένο στον πίνακα των πραγματογνωμόνων, παρότι στην ίδια περιφέρεια λειτουργεί Σπίτι του Παιδιού, κατά παράβαση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) και του πρωτοκόλλου δικανικής εξέτασης ανηλίκων θυμάτων.[13]

Το παιδί μπορεί να τύχει σε έναν επαγγελματία εξειδικευμένο στην παιδική σεξουαλική κακοποίηση, που θα το ακούσει με σεβασμό και ενσυναίσθηση τηρώντας το προβλεπόμενο πρωτόκολλο. Μπορεί, επίσης, να τύχει σε έναν υπεύθυνο επαγγελματία που θα αρνηθεί να αναλάβει το περιστατικό επειδή δεν έχει εξειδίκευση.[14]

Υπάρχουν λίγοι επαγγελματίες που πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις. Οι περισσότεροι από αυτούς, ωστόσο, αρνούνται πια να αναλάβουν τέτοιες περιπτώσεις. Έχουν παρακολουθήσει συναδέλφους με αντίστοιχα προσόντα να δέχονται απειλές και μηνύσεις και να διασύρονται δημόσια, χωρίς στοιχεία, από δικηγόρους, δημοσιογράφους και το λόμπι της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, σε τηλεοπτικές εκπομπές και σε συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης, με την ανοχή του κράτους.[15]

Στις περισσότερες περιπτώσεις, το παιδί θα τύχει σε επαγγελματίες μη εξειδικευμένους, που θα το αντιμετωπίσουν, και αυτοί, περίπου ως ανακριτική αρχή. Θα συντάξουν μια γνωμάτευση ότι η μητέρα έχει υποβάλει στο παιδί την καταγγελία. Η γνωμάτευση αυτή μπορεί να μην εξηγεί καν με ποιον τρόπο ο «ειδικός» έφτασε στο συμπέρασμα ότι το παιδί «έπαθε γονεϊκή αποξένωση» και ότι τα προσωπικά βιώματα που περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια είναι προϊόν χειραγώγησης από τη μητέρα του. Οι «ειδικοί» μπορεί ακόμη και να εξετάσουν το παιδί παρουσία του καταγγελλόμενου πατέρα.[16]

Σε άλλες περιπτώσεις θα συνταχθούν μακροσκελείς εκθέσεις, που θα μοιάζουν βγαλμένες από το δυστοπικό εγχειρίδιο του εμπνευστή της ψευδοθεωρίας της «γονεϊκής αποξένωσης» —και απολογητή της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών μέσα στην οικογένεια— Richard Gardner.[17]

Εάν το παιδί είναι σχετικά ήρεμο, θα δείχνει ψυχρότητα που δεν αντιστοιχεί στα βιώματα που περιγράφει. Εάν το παιδί δεν είναι ήρεμο, θα κάνει θεατρινισμούς. Είναι συγκεκριμένη η λίστα με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι «ειδικοί» για να διαψεύσουν τα παιδιά που καταγγέλλουν κακοποίηση. Σε κάθε περίπτωση αυτά που περιγράφει το παιδί, όσες φορές και αν το κάνει, με συνέπεια και λεπτομέρεια, δεν θα εισακουστούν.[18]

Οι συγκεκριμένοι ιδιώτες πραγματογνώμονες, παρότι θα έχουν διοριστεί από τον εισαγγελικό ή δικαστικό λειτουργό, θα ζητήσουν υπέρογκες αμοιβές από τον κάθε γονέα ξεχωριστά, που φτάνουν έως και τις 8.000€. Θα έχουν ήδη συναντηθεί πολλές φορές μόνο με τον πατέρα και θα έχουν μαζί του τακτική επικοινωνία.[19] Η μητέρα θα νιώθει παγιδευμένη: θα φοβάται ότι, αν δεν βρει τα χρήματα να πληρώσει αυτές τις υπέρογκες αμοιβές, ο πραγματογνώμονας θα στραφεί εναντίον της στην έκθεσή του και θα τη βγάλει αποξενώτρια. Και τελικά αυτός θα το κάνει ούτως ή άλλως.

Οι αρχές θα βασιστούν στην ακριβοπληρωμένη γνωμάτευση του ιδιώτη πραγματογνώμονα που κρίνει ότι η γνώμη του παιδιού είναι υποβολιμαία, ή και σε πολλαπλές εκθέσεις από διαφορετικούς τεχνικούς συμβούλους, ανάλογα με την οικονομική ισχύ του πατέρα. Θα αγνοήσουν τυχόν γνωματεύσεις που δεν αναφέρουν «γονεϊκή αποξένωση». Μπορεί να αγνοήσουν ακόμα και την έκθεση του Σπιτιού του Παιδιού, του κατεξοχήν αρμόδιου φορέα για τη δικανική εξέταση ανήλικων θυμάτων κακοποίησης.[20]

Θα πουν στο παιδί που ζητάει προστασία ότι δεν το πιστεύουν. Θα του πουν ότι ο μπαμπάς του είναι πολύ συνεργάσιμος και καλός και ότι τα παιδιά πρέπει να βλέπουν και τους δυο τους γονείς. Θα του πουν ότι, αφού η ιατροδικαστική έκθεση δεν έδειξε κάτι, αυτά που περιγράφει δεν έχουν γίνει. Θα του πουν ότι, αφού δεν υπάρχουν μάρτυρες, δεν μπορεί να λέει αλήθεια. Κι ας είναι η παιδική σεξουαλική κακοποίηση ένα έγκλημα που συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες, όπου σχεδόν ποτέ δεν υπάρχουν μάρτυρες.[21]

Μετά θα ξεκινήσει η προσπάθεια αποκατάστασης της σχέσης του παιδιού με τον πατέρα, δηλαδή η «θεραπεία επανένωσης». Θα το στείλουν σε δημόσια ή ιδιωτική δομή και εκεί θα το αναλάβει κάποιος ειδικός με στόχο να κάμψει την αντίσταση του παιδιού.[22] Συχνά η ίδια δομή θα παρακολουθεί και τον πατέρα.

Και θα οριστεί εκείνη η ημερομηνία όπου το παιδί θα πρέπει να κάνει κοινή συνεδρία με τον πατέρα, εκείνον που τρέμει. Το παιδί θα αρνείται εμφατικά και μπορεί και να το κλειδώσουν στο γραφείο του ιδιώτη πραγματογνώμονα. Ο πραγματογνώμονας θα κάνει παρατήρηση στη μητέρα ότι δεν μπορεί να πειθαρχήσει το παιδί της. Θα λέει στο ίδιο το παιδί ότι με την άρνησή του παραβιάζει δικαστική απόφαση. Εάν η μητέρα έχει έρθει με δικαστικό επιμελητή για να καταγράψει τα τεκταινόμενα, ο πραγματογνώμονας μπορεί και να καλέσει την αστυνομία — και όλα αυτά μπροστά στο παιδί.[23]

Ο ιδιώτης πραγματογνώμονας ή και ο εισαγγελέας ανηλίκων μπορούν να προτείνουν τον εγκλεισμό του παιδιού σε δημόσιο νοσοκομείο, όπου θα μπορεί να το επισκέπτεται μόνο ο πατέρας του, αυτός που το παιδί έχει καταγγείλει ότι το έχει κακοποιήσει, και οι συγγενείς του πατέρα. Η εισαγγελική εντολή μπορεί ακόμη να ορίζει ότι η τεχνική σύμβουλος του πατέρα θα επισκέπτεται το παιδί στο ίδρυμα με στόχο να το προετοιμάσει για επανένωση με τον καταγγελλόμενο πατέρα.[24] Εκεί θα απαγορεύεται στο παιδί να δει τον γονέα με τον οποίο αισθάνεται ασφάλεια, δηλαδή, τη μητέρα του.[25]

Η επόμενη αστική δικαστική απόφαση θα ορίζει ότι το παιδί πρέπει να βλέπει τον πατέρα του ή θα αναθέτει σε εκείνον και την επιμέλεια. Στο ποινικό σκέλος, η δίωξη μπορεί να βρίσκεται σε εξέλιξη και συχνά η υπόθεση θα αρχειοθετηθεί ή θα βγει απαλλακτικό βούλευμα από δικαστικό συμβούλιο. Ακόμη κι αν ο πατέρας έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως, είναι πιθανό να αθωωθεί στο εφετείο λόγω αμφιβολιών.[26]

Η υγεία της μητέρας θα φθίνει σταθερά και δεν θα έχει πια χρήματα για γιατρούς, για να φροντίσει την εαυτή της.

Η μητέρα θα συσσωρεύσει ποινές για παραβίαση δικαστικών αποφάσεων, προσπαθώντας να προστατεύσει το παιδί της από τον καταγγελλόμενο κακοποιητή του και από τον κρατικό μηχανισμό που τον στηρίζει. Κάθε παραβίαση τιμωρείται χωριστά με φυλάκιση έως τρία χρόνια και, ανάλογα με το πόσες μηνύσεις της έχει κάνει ο πατέρας, οι ποινές αυτές μπορεί αθροιστικά να φτάσουν μέχρι και τα 20 χρόνια. Κάθε φορά θα καταδικάζεται σε φυλάκιση με αναστολή.[27]

Από όσο γνωρίζουμε, παρά τις ποινές φυλάκισης, καμία μητέρα που προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί της δεν έχει μπει φυλακή στην Ελλάδα — ακόμα.

Ένα ολόκληρο σύστημα είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε οι μητέρες που προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους να βρίσκονται μια ανάσα από τη φυλακή. Και τα παιδιά στο ίδρυμα — εάν αρνούνται να ακολουθήσουν τον καταγγελλόμενο για κακοποίηση πατέρα. Είδαμε, μάλιστα, τους συνηγόρους κάποιων από αυτούς τους πατεράδες να ωρύονται στα κανάλια ότι με την παραβίαση δύο δικαστικών αποφάσεων για επικοινωνία η μητέρα θα πρέπει να χάνει την επιμέλεια.

Ο νόμος 4800/2021 και η συστηματική παραβίαση των δικαιωμάτων του παιδιού από τις ελληνικές αρχές

Ο νόμος Τσιάρα αφαίρεσε και τις λιγοστές δικλίδες προστασίας που είχαν οι μητέρες σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας. Ο νόμος κατονομάζει την ενδοοικογενειακή βία και τη σεξουαλική κακοποίηση ως κακή άσκηση της γονικής μέριμνας μόνο εφόσον ο καταγγελλόμενος πατέρας καταδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση — κάτι που συμβαίνει σπάνια. Για τη μητέρα που προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί της, αντίθετα, αρκεί η «υπαίτια μη συμμόρφωση» σε μια δικαστική απόφαση για να χάσει την επιμέλεια ή και τη γονική μέριμνα.[28]

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, που η Ελλάδα κύρωσε το 2018 (ν. 4531/2018), προβλέπει ρητά στο άρθρο 31 ότι τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό επιμέλειας και επικοινωνίας, και ότι η άσκηση των δικαιωμάτων επικοινωνίας και επιμέλειας δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του θύματος ή των παιδιών.[29] Η απαίτηση για οριστική καταδίκη δύσκολα συμβιβάζεται με αυτήν την υποχρέωση. Μέχρι να έρθει η καταδίκη —εάν έρθει ποτέ— το παιδί εξαναγκάζεται σε επικοινωνία, ενίοτε και διανυκτέρευση με τον γονέα που το ίδιο έχει καταγγείλει ότι το κακοποίησε.

Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Προστασία των Παιδιών από τη Σεξουαλική Κακοποίηση και Εκμετάλλευση (2022-2027) προβλέπει την υποχρεωτική επιμόρφωση δικαστών και εισαγγελέων στις αρχές της φιλικής προς τα παιδιά δικαιοσύνης. Θεμελιώδης αρχή της είναι η συμμετοχή του παιδιού: το δικαίωμά του να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του και «η υποχρέωση του δικαστικού συστήματος να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις απόψεις των παιδιών». Το ίδιο το Σχέδιο ζητά την «καθιέρωση της οπτικής του παιδιού ως κυρίαρχης» στις διαδικασίες που το αφορούν.[30] Η ψευδοθεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης» έρχεται σε αντίθεση με αυτές τις αρχές, καθώς απαξιώνει τη γνώμη του παιδιού επιχειρώντας να την παρουσιάσει ως προϊόν χειραγώγησης.

Η GREVIO, η ομάδα εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης που παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, κάλεσε το 2023 τις ελληνικές αρχές να διασφαλίσουν την επιμόρφωση των δικαστών και άλλων αρμόδιων επαγγελματιών σχετικά με την έλλειψη επιστημονικής βάσης για το «σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης» και για παρόμοιες έννοιες, όπως η υποβολιμότητα. Με κατεπείγουσα σύσταση, μάλιστα, ζήτησε να τερματιστεί η πρακτική αφαίρεσης παιδιών από μη βίαιους γονείς ή του περιορισμού των γονεϊκών τους δικαιωμάτων με την αιτιολογία αυτών των εννοιών.[31]

Παρά την πρόβλεψη του Εθνικού Σχεδίου Δράσης και τις συστάσεις της GREVIO προς τις ελληνικές αρχές, στον ιστότοπο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών παραμένει αναρτημένη, ως υλικό σεμιναρίου για την ενδοοικογενειακή βία, εισήγηση του 2022 του σημερινού εφέτη Αθηνών Ιωάννη Βαλμαντώνη. Η εισήγηση παρουσιάζει τη «γονική αποξένωση» ως μορφή ενδοοικογενειακής βίας και την καταγγελία κακοποίησης των παιδιών «εκ μέρους συνήθως της μητέρας» ως «το ανερχόμενο δικαστικό όπλο εναντίον ιδίως του συζύγου πατέρα».[32] Τις ίδιες θέσεις για τη «γονεϊκή αποξένωση» και τις ψευδείς καταγγελίες επανέλαβε ο Ι. Βαλμαντώνης τον Μάρτιο του 2025 σε εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.[33]

Τον Ιούνιο του 2026, σε ημερίδα για τα «συγκρουσιακά διαζύγια» που διοργάνωσε η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος, η προϊσταμένη του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Αικατερίνη Μήτρου, είχε εισήγηση για τη «γονεϊκή αποξένωση» και η προϊσταμένη της Κοινωνικής Υπηρεσίας της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων Αθηνών, Αθηνά Μανούκα, για τους «ψευδείς ισχυρισμούς σεξουαλικής κακοποίησης».[34]

Οι ψευδείς καταγγελίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών είναι σπάνιες: στις μεγάλες σχετικές μελέτες το ποσοστό τους κυμαίνεται από λιγότερο του 1% έως περίπου 5%, ενώ η κακοποίηση που δεν καταγγέλλεται ποτέ είναι πολύ συχνότερη — λιγότερα από 2 στα 100 περιστατικά φτάνουν σε γνώση των αρχών (βλ. υποσημείωση 2). Ακόμη και στις υποθέσεις διαζυγίου, όπου τα ποσοστά εμφανίζονται υψηλότερα, οι εσκεμμένα ψευδείς καταγγελίες δεν προέρχονται κυρίως από τις μητέρες.[35] Η αρχειοθέτηση ή η αθώωση λόγω αμφιβολιών, εξάλλου, δεν σημαίνει ότι η καταγγελία ήταν ψευδής (βλ. υποσημείωση 26).

Ούτε ο ισχυρισμός ότι ένας ειδικός μπορεί να «εμφυτεύσει» στο παιδί ψευδή ανάμνηση κακοποίησης έχει επιστημονική βάση: σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε σύνθετες πειραματικές διατάξεις και τη συνεργασία του ίδιου του ατόμου, ενώ δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση ότι είναι καν δυνατή η υποβολή σε παιδιά ψευδών αναμνήσεων για τραυματικά γεγονότα, όπως η σεξουαλική κακοποίηση.[36]

Η τύχη των παιδιών-θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης εξακολουθεί να κρίνεται στα δικαστήρια με βάση ψευδοθεωρίες.

Επίλογος

Ψευδοθεωρίες όπως αυτή της «γονεϊκής αποξένωσης» ή της δυνατότητας εμφύτευσης ψευδών αναμνήσεων κακοποίησης στα παιδιά προσφέρουν το τέλειο άλλοθι στον κρατικό μηχανισμό για την πειθάρχηση και την τιμωρία παιδιών και μητέρων που τολμούν να αμφισβητήσουν την πατρική εξουσία. Είναι, επίσης, μια επικερδής αγορά για ορισμένους δικηγόρους και τεχνικούς συμβούλους εις βάρος των παιδιών και των μητέρων τους, και γι' αυτό απεχθής. Είναι εύκολο κέρδος, γιατί ως ψευδοθεωρία δεν απαιτεί τεκμηρίωση ή επιστημονική απόδειξη.[37] Αρκεί να γίνει ο ισχυρισμός. Αν γίνει αποδεκτός στο δικαστήριο, όλα όσα θα ακολουθήσουν είναι προδιαγεγραμμένα.

Τη δυστοπία αυτή τροφοδοτεί ιδιαίτερα μια συγκεκριμένη πολιτική θέση και παιδαγωγική αντίληψη: αυτή της «μαύρης παιδαγωγικής».[38] Δεν είναι τυχαίο ότι τα φονταμενταλιστικά, εθνοπατριαρχικά, μισογυνικά μορφώματα στηρίζουν ανοιχτά το λεγόμενο κίνημα των «αποξενωμένων γονέων» —πολλοί από τους οποίους έχουν καταγγελθεί από τα ίδια τα παιδιά τους για κακοποίηση— ενώ οι φωνές για τιμωρία και αυστηρή πειθάρχηση των παιδιών ολοένα δυναμώνουν.

Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι δεν υπάρχουν γονείς που προσπαθούν να στρέψουν τα παιδιά τους εναντίον του άλλου γονέα. Η πρακτική αυτή, ωστόσο, σπάνια είναι μονομερής, και την εφαρμόζουν συχνότερα οι ίδιοι εκείνοι γονείς που ασκούν ενδοοικογενειακή βία και καταναγκαστικό έλεγχο μέσα στην οικογένεια — στη συντριπτική τους πλειονότητα άντρες.[39] Οι μητέρες που προστατεύουν τα παιδιά τους, και που μπορεί οι ίδιες να είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας, συχνά προσπαθούν με κάθε τρόπο να ενθαρρύνουν την επικοινωνία των παιδιών με τον πατέρα, ακόμα και αν τα παιδιά αρνούνται.[40] Έχουν γαλουχηθεί με φράσεις όπως «Τίμα τον πατέρα σου» ή «Ό,τι και να έχει κάνει, είναι πατέρας σου και πρέπει να τον σέβεσαι». Έχουν ακούσει εξάλλου και τον Γιάννη Λοβέρδο της Νέας Δημοκρατίας να λέει στη Βουλή, κατά τη συζήτηση για τον νόμο Τσιάρα, ότι ένας κακοποιητικός σύζυγος μπορεί να είναι καλός πατέρας.[41] Μέχρι να μάθουν, φυσικά, ότι ο πατέρας κακοποιεί και τα ίδια τα παιδιά.

Το έδαφος πάνω στο οποίο ξεδιπλώνονται οι παραπάνω ιστορίες είναι η διαφορά εξουσίας και ισχύος των γονέων μέσα στην ετεροκανονική οικογένεια. Στην ελληνική πατριαρχική κοινωνία ισχυρότερος κοινωνικά και οικονομικά είναι κατά κανόνα ο άντρας — ακόμη και σε μια φτωχή οικογένεια, τα κοινωνικά του ερείσματα θα είναι ισχυρότερα.[42] Και αυτή η διαφορά ισχύος αποτυπώνεται αυτούσια μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων και στις δικαστικές αποφάσεις.

Δεν γράφουμε αυτές τις ιστορίες μόνο για να θρηνήσουμε. Τις γράφουμε από θέση οργής, αποφασισμένες να νικήσουμε. Καλούμε όλες τις γυναίκες —και όσες και όσους ως παιδιά δεν μπόρεσαν να μιλήσουν— να πλαισιώσουν την καμπάνια για την κατάργηση του νόμου Τσιάρα. Γιατί τα παιδιά πρέπει να ακούγονται. Πιστέψτε τα παιδιά.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Προστασία των Παιδιών από τη Σεξουαλική Κακοποίηση και Εκμετάλλευση 2022-2027, Προεδρία της Κυβέρνησης (επικαιροποίηση Μαρτίου 2023), σ. 4–5, με παραπομπή στην εκστρατεία του Συμβουλίου της Ευρώπης ONE in FIVE και σε έρευνα του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού (2011) σε δείγμα 15.320 μαθητών. Σύμφωνα με την έρευνα, το 16% των παιδιών στην Ελλάδα έχει υποστεί κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποίησης. Στο 7,6% πρόκειται για σεξουαλική βία με σωματική επαφή και στο 3% για βιασμό ή απόπειρα βιασμού.
  2. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τα περιστατικά που έφταναν σε γνώση όχι μόνο των εισαγγελικών και αστυνομικών αρχών αλλά και κάθε άλλου φορέα υγείας, πρόνοιας ή εκπαίδευσης άγγιζαν μόλις το 0,07% των εκτιμώμενων περιστατικών, «ποσοστό που αντιστοιχεί σε λιγότερο από 2 στα 100 παιδιά-επιζώντες» (Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2022-2027, σ. 5).
  3. Βλ. Σύσταση ΟΗΕ: απαγορεύστε νομοθετικά τη χρήση της «γονεϊκής αποξένωσης» και Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αρνείται να συμπεριλάβει τη γονεϊκή αποξένωση στη Διεθνή Στατιστική Ταξινόμηση Νοσημάτων.
  4. Meier, J. S., Dickson, S., O'Sullivan, C., Rosen, L. & Hayes, J. (2019). Child Custody Outcomes in Cases Involving Parental Alienation and Abuse Allegations. GWU Law School Public Law Research Paper No. 2019-56. Η έρευνα, χρηματοδοτούμενη από το National Institute of Justice του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, διαπίστωσε επίσης ότι τα δικαστήρια είναι πιο δύσπιστα όταν η μητέρα καταγγέλλει κακοποίηση του παιδιού. Βλ. και «Η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, έχει τσέπες».
  5. Βλ. τα ρεπορτάζ της δημοσιογραφικής ομάδας The Manifold, π.χ. Πέτρος Κουσουλός: Η αλήθεια πίσω από τις «συμπτώσεις». Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2022-2027 προβλέπει ειδική μνεία στο Ενιαίο Εθνικό Πρωτόκολλο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και των δικαιωμάτων των παιδιών όταν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης καλύπτουν ειδήσεις για τη σεξουαλική κακοποίησή τους (σ. 28).
  6. Η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι το παιδί καλείται «σε επανειλημμένες καταθέσεις/εκτιμήσεις που το επαναθυματοποιούν» (Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2022-2027, σ. 19). Το Σχέδιο προβλέπει, αντίθετα, μία μόνο δικανική κατάθεση του παιδιού στο Σπίτι του Παιδιού, με παρουσία όλων των εμπλεκομένων, «και καμία άλλη προανακριτική, ανακριτική, ψυχοϊατροδικαστική, κοινωνική ή άλλη συνέντευξη/κατάθεσή του» (σ. 28). Ήδη από το 2019 η Υπουργική Απόφαση 7320/2019 «Ρύθμιση θεμάτων λειτουργίας των Αυτοτελών Γραφείων Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων "Σπίτι του Παιδιού" – Δομημένο πρωτόκολλο εξέτασης ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος» (ΦΕΚ Β' 2238/10.06.2019) ορίζει ως στόχο την αποφυγή της δευτερογενούς θυματοποίησης του ανήλικου θύματος «ιδίως, από την επαναλαμβανόμενη εξέταση» (άρθρο 2 παρ. 1) και προβλέπει εξέταση «με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων» (άρθρο 12 παρ. 2). Σύμφωνα με το πρωτόκολλο που προσαρτάται στην απόφαση, ο εξεταστής εξηγεί στο παιδί ότι η συνέντευξη καταγράφεται με κάμερα: «Έτσι μόνο θα μπορώ να θυμάμαι ακριβώς τι μου είπες. Επίσης, έτσι, δε θα χρειαστεί να μιλήσεις και πάλι σε κανέναν για ό,τι έγινε». Η επανάληψη μιας ερώτησης που έχει ήδη απαντηθεί θεωρείται μορφή εξαναγκασμού, καθώς το παιδί μπορεί να την εκλάβει ως πίεση να αλλάξει την αρχική του απάντηση (Θεμελή, 2013, σ. 152).
  7. Σύμφωνα με την ΥΑ 7320/2019, οι ισχυρισμοί του ανήλικου θύματος προσεγγίζονται «με ουδετερότητα, αντικειμενικότητα και αμεροληψία» (άρθρο 2 παρ. 3) και η δικανική εξέταση διενεργείται «δια του παρισταμένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχίατρου ή ψυχολόγου ή ψυχίατρου» (άρθρο 12 παρ. 1). Το προσαρτημένο πρωτόκολλο ορίζει ρητά: «Μην κάνετε χρήση καθοδηγητικών και υποβλητικών ερωτήσεων», «σεβαστείτε τη σιωπή και μην ασκείτε πίεση», «Μη διακόπτετε, μη διορθώνετε, μη συμπληρώνετε και μην προσθέτετε πληροφορίες». Αντίστοιχα, ο Οδηγός Εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης-Παραμέλησης Παιδιών για Επαγγελματίες του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού επισημαίνει ότι ο ρόλος του εξεταστή «δεν είναι αυτός του "ανακριτή" ή του "αστυνομικού"» (σ. 39) και ότι οι κατευθυντικές ερωτήσεις μπορούν να προκαλέσουν «μόνιμη παραποίηση της μνήμης» (σ. 41). Η βιβλιογραφία περιγράφει ως μη υποστηρικτικές εκφράσεις όπως «Συνέβη πραγματικά;» ή «Είσαι σίγουρος/η;» (Θεμελή, 2023, σ. 122) και επισημαίνει ότι οι καθοδηγητικές ερωτήσεις, σε συνδυασμό με το κύρος του εξεταστή, μπορούν να αποσπάσουν αναληθή απάντηση, κάμπτοντας τις αντιστάσεις του παιδιού (Θεμελή, 2013, σ. 153–154).
  8. Σύμφωνα με τον Οδηγό Εφαρμογής του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, όταν η πιθανή σεξουαλική κακοποίηση έχει συμβεί εντός των τελευταίων 72 ωρών, η εξέταση ολοκληρώνεται αμέσως και η συλλογή ιατροδικαστικών αποδείξεων είναι απαραίτητη. Όταν έχουν παρέλθει περισσότερες από 72 ώρες και το παιδί δεν παρουσιάζει συμπτώματα, η εξέταση γίνεται «όσο το δυνατόν γρηγορότερα αλλά όχι επειγόντως» (σ. 61, 65). Ο Οδηγός επισημαίνει ότι «δείγματα σωματικών υγρών που συλλέγονται από παιδιά σε προ-εφηβική ηλικία μετά την πάροδο 24 ωρών από μια σεξουαλική παραβίαση είναι απίθανο να αποτελέσουν ιατροδικαστικές αποδείξεις» (σ. 65). Σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, η ιατροδικαστική εξέταση για τη λήψη βιολογικού υλικού πρέπει να γίνεται εντός 24 ωρών σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας και εντός 72 ωρών σε εφήβους (Adams et al., 2016· Christian, 2011, όπως αναφέρονται στο Θεμελή, 2023, σ. 196–197). Καθώς η αποκάλυψη της κακοποίησης μπορεί να καθυστερήσει έως και 17 χρόνια (Priebe & Svedin, 2008, στο ίδιο), τα σωματικά ευρήματα έχουν συνήθως υποχωρήσει και ο εντοπισμός βιολογικού υλικού είναι πλέον αδύνατος. Ο σημαντικότερος όμως λόγος για την έλλειψη ιατροδικαστικών ευρημάτων είναι ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι πράξεις που τελούνται δεν αφήνουν ίχνη. Οι πιο συχνές μορφές κακοποίησης είναι ασελγείς πράξεις χωρίς διείσδυση, όπως θωπείες, στοματική επαφή ή έκθεση του παιδιού σε πορνογραφικό υλικό, ενώ ο βιασμός ανηλίκων είναι σπάνιος (Θεμελή, 2023, σ. 197). Η έλλειψη ευρημάτων δυσχεραίνει τη διερεύνηση, «δεν σημαίνει ωστόσο σε καμία περίπτωση ότι δεν έχει υπάρξει παραβίαση» (Faller, 2007, όπως αναφέρεται στο ίδιο). Οι μάρτυρες είναι εξαιρετικά σπάνιοι· συνήθως το παιδί είναι ο μοναδικός μάρτυρας της θυματοποίησής του (στο ίδιο).
  9. «Μια εξέταση χωρίς εμφανή σημάδια δεν σημαίνει όμως ότι αποκλείεται η περίπτωση της σεξουαλικής κακοποίησης. Στις περισσότερες περιπτώσεις η ιατρική εξέταση ούτε θα επιβεβαιώσει ούτε θα αποκλείσει το ενδεχόμενο κακοποίησης» (Οδηγός ΙΥΠ, σ. 64). Βλ. και υποσημείωση 8.
  10. Ο Οδηγός του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού ορίζει ότι, εάν το παιδί εξακολουθεί να αρνείται, «η εξέταση χρειάζεται να αναβληθεί ή ακόμα και να εγκαταλειφθεί. Ποτέ δεν πρέπει να πιέζεται ένα παιδί να εξεταστεί» (σ. 63).
  11. Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2022-2027, «ιατροδικαστικά σωματικά ευρήματα υφίστανται σε λιγότερο του 5% των περιπτώσεων» (σ. 5), ενώ τα περισσότερα περιστατικά «ούτε αφήνουν σωματικά-ιατροδικαστικά ίχνη ούτε υπάρχουν μάρτυρες – οπότε το μόνο πειστήριο είναι η μαρτυρία των επιζώντων» (σ. 65). Βλ. επίσης Οδηγό ΙΥΠ, σ. 59: «Στη συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών της σεξουαλικής κακοποίησης ΔΕΝ υπάρχουν καθοριστικά ευρήματα». Κατά τη διεθνή βιβλιογραφία, ιατροδικαστικά παθογνωμικά ευρήματα ανακύπτουν μόνο στο 4% περίπου των υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων (Bays & Chadwick, 1993· Berenson et al., 2000· Heger, Ticson & Velasquez, 2002, όπως αναφέρονται στο Θεμελή, 2023, σ. 196).
  12. Αυτοτελές Τμήμα Ανηλίκων λειτουργεί σε μεγάλες εισαγγελίες, όπως η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Σε άλλες εισαγγελίες πρωτοδικών τις αρμοδιότητες σε υποθέσεις ανηλίκων ασκεί εισαγγελικός λειτουργός που ορίζεται γι' αυτό. Ο όρος «εισαγγελία ανηλίκων» χρησιμοποιείται εδώ για κάθε εισαγγελικό λειτουργό με αυτή την αρμοδιότητα.
  13. Άρθρο 227 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 120 του ν. 4855/2021: «Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για τον σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων.» Με την τροποποίηση του 2021 απαλείφθηκε από τη διάταξη η λέξη «υποχρεωτικά». Ως πραγματογνώμονας διορίζεται ειδικά εκπαιδευμένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος «που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ή που περιλαμβάνεται στον πίνακα πραγματογνωμόνων, όπου αυτά δεν λειτουργούν». Κατά την ΥΑ 7320/2019, οι χώροι αυτοί πρέπει να πληρούν τις ίδιες προδιαγραφές με τα Αυτοτελή Γραφεία και οργανώνονται «κατά προτεραιότητα στα Δικαστήρια και τα Δικαστικά κτήρια ή εντός των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής» (άρθρο 7 παρ. 2).
  14. Το άρθρο 227 παρ. 1 ΚΠΔ προβλέπει ως πραγματογνώμονα «ειδικά εκπαιδευμένο παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο» (βλ. υποσημείωση 13). Σύμφωνα με την ΥΑ 7320/2019, η εφαρμογή του πρωτοκόλλου δικανικής εξέτασης «απαιτεί εξειδικευμένη εκπαίδευση των επαγγελματιών» και είναι «βαρύνουσας σημασίας για την αξιοπιστία των καταθέσεων των ανήλικων θυμάτων» (άρθρο 8 παρ. 2). Ο Οδηγός του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού επισημαίνει ότι η διαχείριση της σεξουαλικής κακοποίησης «πρέπει […] να γίνεται από επαγγελματίες ειδικά εκπαιδευμένους στα δυναμικά της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού για να διαφυλαχτεί η περαιτέρω βλάβη του παιδιού και της οικογένειας του από τυχόν υπερ-διάγνωση ή ελλιπή διάγνωση» (σ. 60). Η αξιοπιστία της κατάθεσης ενός παιδιού εξαρτάται λιγότερο από την ηλικία του και περισσότερο από τις ικανότητες του επαγγελματία που τη λαμβάνει και από τον τρόπο που εφαρμόζει το πρωτόκολλο δικανικής συνέντευξης (Newlin et al., 2015, όπως αναφέρεται στο Θεμελή, 2013, σ. 214).
  15. Η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι «συνεπείς επαγγελματίες μηνύονται μέχρις εξάντλησης από τους θύτες για να αποσύρουν τις αναφορές τους» και ότι «ολιγωρίες της διαχείρισης δρουν σε όφελος του θύτη» (Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2022-2027, σ. 20).
  16. Σύμφωνα με μαρτυρίες μητέρων προς την καμπάνια. Ο Οδηγός του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού ορίζει ότι το ιστορικό λαμβάνεται από το παιδί «ξεχωριστά από τους γονείς/φροντιστές, γιατί η παρουσία τους μπορεί να προκαλέσει δισταγμό ή και φόβο στο παιδί και να το εμποδίσει να προχωρήσει στην αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών» (σ. 39), ενώ ακόμη και οι τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων «θα πρέπει […] να παρακολουθούν μέσα από μονόδρομο καθρέφτη» (σ. 106). Η ΥΑ 7320/2019 προβλέπει διακριτούς χώρους για την παρακολούθηση της εξέτασης «από τους λοιπούς επαγγελματίες που δεν έρχονται σε επαφή με το ανήλικο θύμα» και παρακολούθηση από τις αρμόδιες αρχές «από διαφορετικό χώρο, μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης» (άρθρο 7 παρ. 1ζ και 1θ).
  17. Ο Richard Gardner, που εισήγαγε το «σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης» το 1985, υποστήριξε στα αυτοεκδοθέντα έργα του ότι η παιδοφιλία, όπως και άλλες σεξουαλικές συμπεριφορές, μπορεί να έχει αξία για την επιβίωση του είδους και δεν δικαιολογείται να αποκλειστεί από τις «φυσικές» μορφές ανθρώπινης σεξουαλικής συμπεριφοράς. Πρότεινε επίσης η απομάκρυνση του γονέα που κακοποιεί το παιδί από το σπίτι να εξετάζεται μόνο αφού αποτύχουν όλες οι προσπάθειες θεραπείας και επανασύνδεσης με την οικογένεια (Gardner, R. A., True and False Accusations of Child Sex Abuse, 1992). Βλ. Dallam, S. J. (1998), «Dr. Richard Gardner: A review of his theories and opinions on atypical sexuality, pedophilia, and treatment issues», Treating Abuse Today, 8(1), 15–23.
  18. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που υιοθετεί ο Οδηγός του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, όταν «το παιδί έχει δώσει αυθόρμητα σαφή στοιχεία και λεπτομερή περιγραφή της κακοποίησης με ή χωρίς σωματικές ενδείξεις», η περίπτωση κατατάσσεται στην «αυξημένη πιθανότητα κακοποίησης» (σ. 68). Αντίστοιχα, κατά την Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, σαφής δήλωση του παιδιού με φυσιολογική ιατρική εξέταση και αρνητικά εργαστηριακά ευρήματα σημαίνει «υψηλό» επίπεδο ανησυχίας και αναφορά στις αρμόδιες αρχές (σ. 69). Η ΥΑ 7320/2019 ορίζει ότι οι ισχυρισμοί του ανήλικου θύματος «προσεγγίζονται με ουδετερότητα, αντικειμενικότητα και αμεροληψία» (άρθρο 2 παρ. 3).
  19. Το ύψος των αμοιβών αναφέρθηκε στην καμπάνια από μητέρες σε προφορικές μαρτυρίες. Ο Οδηγός του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού ορίζει ότι η λήψη ιστορικού από τους γονείς «θα πρέπει να πραγματοποιείται αρχικά με τον κάθε γονέα/φροντιστή ξεχωριστά και στη συνέχεια και με τους δύο γονείς/φροντιστές μαζί» (σ. 40), ενώ η ΥΑ 7320/2019 επιβάλλει την προσέγγιση των ισχυρισμών του παιδιού «με ουδετερότητα, αντικειμενικότητα και αμεροληψία» (άρθρο 2 παρ. 3).
  20. Σύμφωνα με μαρτυρία μητέρας προς την καμπάνια. Η εξέταση στο Σπίτι του Παιδιού διενεργείται με βάση το δομημένο πρωτόκολλο δικανικής εξέτασης της ΥΑ 7320/2019 (βλ. υποσημειώσεις 6, 7 και 14)
  21. Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2022-2027, «τις περισσότερες φορές, σε περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών δεν υπάρχουν μάρτυρες», ενώ «9 στους 10 δράστες είναι από το στενό οικογενειακό, συγγενικό ή φιλικό περιβάλλον του παιδιού» (σ. 5). Βλ. και υποσημειώσεις 8 και 11.
  22. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αφαιρώντας τη «γονεϊκή αποξένωση» από το ευρετήριο όρων του ICD-11, διαπίστωσε ότι «δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες παρεμβάσεις υγειονομικής περίθαλψης ειδικά για τη γονεϊκή αποξένωση» και ότι ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως σε δικαστικές διαφορές για την επιμέλεια (βλ. τη δήλωση του ΠΟΥ και το άρθρο Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αρνείται να συμπεριλάβει τη γονεϊκή αποξένωση στη Διεθνή Στατιστική Ταξινόμηση Νοσημάτων). Η λογική της «θεραπείας επανένωσης» απηχεί ευθέως τις θέσεις του Richard Gardner ότι το παιδί δεν πρέπει να απομακρύνεται από τον γονέα που το κακοποίησε (βλ. υποσημείωση 17). Για τα προγράμματα επανένωσης και τις μαρτυρίες παιδιών που υποβλήθηκαν σε αυτά, βλ. The Truth Behind The Experimental Therapy That Kids Say Starts With 'Legalized Kidnapping'.
  23. Σύμφωνα με μαρτυρία μητέρας προς την καμπάνια.
  24. Η περίπτωση αφορά υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον της δικαιοσύνης. Για την προστασία του ανηλίκου, και με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας, δεν παραθέτουμε περαιτέρω στοιχεία. Ο Οδηγός του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού σημειώνει ότι η παρουσία τεχνικών συμβούλων κατά την εξέταση του παιδιού «δρα επιβαρυντικά στην ψυχολογία του παιδιού θύματος», γι' αυτό θα πρέπει να την παρακολουθούν «μέσα από μονόδρομο καθρέφτη» (σ. 106). Για τη «θεραπεία επανένωσης», βλ. υποσημείωση 22.
  25. Ο Οδηγός του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού ορίζει ότι, αν κρίνεται ότι το παιδί κινδυνεύει, προτεραιότητα έχουν τα μέτρα που εξασφαλίζουν την αποκατάστασή του, «όπως απομάκρυνση ή περιορισμός (π.χ. προφυλάκιση) του δράστη, και όχι παραπομπή του σε πλαίσιο παιδικής προστασίας» (σ. 93). Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2022-2027 σημειώνει ότι «η παραμονή ενός παιδιού σε ιδρυματικό περιβάλλον είναι εξ' ορισμού κακοποιητική και συχνά σηματοδοτεί δευτερογενή κακοποίηση» (σ. 102).
  26. Η αρχειοθέτηση μιας υπόθεσης, το απαλλακτικό βούλευμα ή η αθώωση λόγω αμφιβολιών δεν σημαίνουν ότι η καταγγελία ήταν ψευδής· σημαίνουν ότι τα στοιχεία δεν κρίθηκαν επαρκή για καταδίκη. Σε εγκλήματα όπου σπάνια υπάρχουν μάρτυρες ή ιατροδικαστικά ευρήματα (βλ. υποσημειώσεις 11 και 21), η έκβαση αυτή είναι συχνή ακόμη και όταν η κακοποίηση έχει συμβεί.
  27. Άρθρο 169Α παρ. 1 ΠΚ (ν. 4619/2019, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4637/2019): όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής απόφασης πολιτικού δικαστηρίου ή σε εισαγγελική διάταξη που αφορά, μεταξύ άλλων, την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επικοινωνία με το τέκνο, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.
  28. Άρθρο 1532 παρ. 2 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 4800/2021. Στην ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας περιλαμβάνονται «η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και διατάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο» (περ. α΄), χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση, και η «καταδίκη του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής» (περ. στ΄). Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο μπορεί να αφαιρέσει ολικά ή μερικά τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια.
  29. Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) κυρώθηκε με τον ν. 4531/2018. Κατά το άρθρο 31, τα Μέρη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε, «στον καθορισμό των δικαιωμάτων κηδεμονίας και επικοινωνίας με τα παιδιά, τα περιστατικά βίας που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης λαμβάνονται υπόψη» (παρ. 1), και ώστε «η άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων επικοινωνίας ή κηδεμονίας δεν θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα και την ασφάλεια του θύματος ή των παιδιών» (παρ. 2). Βλ. το κείμενο της Σύμβασης στα ελληνικά και, για τη σχετική σύσταση της GREVIO προς την Ελλάδα, υποσημείωση 31.
  30. Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2022-2027, σ. 23 (ενότητες 2.2.2 και 2.2.3) και Μέτρο 4.9, σ. 83. Το Σχέδιο διαπιστώνει ότι «συχνά οι επαγγελματίες του κλάδου της Δικαιοσύνης δεν έχουν λάβει την απαραίτητη εκπαίδευση» για την προστασία των παιδιών που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά, και αναφέρει ότι «έχει ψηφιστεί η εισαγωγή στο πρόγραμμα της υποχρεωτικής επιμόρφωσης των δικαστικών λειτουργών της Εθνικής Σχολής Δικαστικών λειτουργών θεματολογίου για τις αρχές της φιλικής προς τα παιδιά δικαιοσύνης» (σ. 83). Υπενθυμίζει επίσης την υποχρέωση του κράτους, κατά το άρθρο 12 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ν. 2101/1992), να εγγυάται στο παιδί το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης της γνώμης του, «λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του και με το βαθμό της ωριμότητάς του» (σ. 11).
  31. GREVIO, Baseline Evaluation Report on legislative and other measures giving effect to the provisions of the Istanbul Convention: Greece, Συμβούλιο της Ευρώπης, 14 Νοεμβρίου 2023, ενότητα για το άρθρο 31 «Επιμέλεια, δικαιώματα επικοινωνίας και ασφάλεια» (σε ελληνική απόδοση). Ήδη στη σύνοψη της έκθεσης η GREVIO ζητά από τα δικαστήρια να σταματήσουν να περιορίζουν τα γονικά δικαιώματα μη κακοποιητικών γονέων και παιδιών με βάση το «σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης», καθώς και την κατάλληλη επιμόρφωση δικαστών και άλλων επαγγελματιών για την έλλειψη επιστημονικής βάσης του (σ. 7). Βλ. και Κατεπείγουσα σύσταση της GREVIO προς την Ελλάδα.
  32. Ι. Βαλμαντώνης, «Η γονική αποξένωση ως μορφή ενδοοικογενειακής βίας», εισήγηση σε σεμινάριο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών για την ενδοοικογενειακή βία (2022). Η εισήγηση αναφέρει ότι «στις πιο σοβαρές και δραματικές περιπτώσεις» αποξένωσης «παρουσιάζεται το φαινόμενο των ψευδών καταγγελιών για άσκηση βίας ή ακόμη και για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού» και χαρακτηρίζει την καταγγελία «εκ μέρους συνήθως της μητέρας» ως «το ανερχόμενο δικαστικό όπλο εναντίον ιδίως του συζύγου πατέρα». Ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι το σύνδρομο γονικής αποξένωσης «δεν περιλαμβάνεται ως επίσημη και αυτοτελή διαταραχή» στα διεθνή εγχειρίδια ταξινόμησης ψυχιατρικών διαταραχών (DSM, ICD). Ο εισηγητής είναι σήμερα εφέτης Αθηνών.
  33. Εκδήλωση του ΔΣΑ «Οι νομολογιακές εξελίξεις στο Οικογενειακό Δίκαιο», Αθήνα, 20 Μαρτίου 2025. Στην εισήγησή του ο Ι. Βαλμαντώνης παρουσίασε τις ψευδείς καταγγελίες «για άσκηση βίας ή ακόμα για σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών, συνήθως σε βάρος του πατέρα» ως «τακτική γονικής αποξένωσης» (0:36:20). Σε ερώτηση από το ακροατήριο για στατιστικά στοιχεία, σε αντιπαραβολή με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, απάντησε: «για τις ψευδείς καταγγελίες στατιστικά υπάρχουν της Ιταλίας και της Ισπανίας, μπορείτε να μπείτε και στην Wikipedia να δείτε, είναι γύρω στο 10%» (2:28:52). Τέτοια στοιχεία δεν εντοπίσαμε. Το σχετικό λήμμα της αγγλόφωνης Wikipedia δεν περιέχει στοιχεία από την Ιταλία ή την Ισπανία· παραθέτει κυρίως βορειοαμερικανικές μελέτες της δεκαετίας του 1990, με ποσοστά από 2% έως 10% σύμφωνα με μετα-ανάλυση του 1992. Ακόμη και με αυτό το ποσοστό, εννέα στις δέκα καταγγελίες δεν είναι ψευδείς.
  34. Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος, Διεπιστημονική – Διαϋπηρεσιακή Συνάντηση «Υποθέσεις Συγκρουσιακών Διαζυγίων: Προτάσεις, Σύνδεση και Σύνθεση για την Αντιμετώπιση του Αδιεξόδου», Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα», Αθήνα, 24 Ιουνίου 2026 (πρόγραμμα). Εισηγήσεις: Αικ. Μήτρου, «Συγκρουσιακά διαζύγια και γονεϊκή αποξένωση: Προκλήσεις και παρεμβάσεις του Εισαγγελέα Ανηλίκων»· Αθ. Μανούκα, «Οι ψευδείς ισχυρισμοί σεξουαλικής κακοποίησης σε έδαφος συγκρουσιακών διαζυγίων: Συστημικές παθογένειες και ανάγκη θεσμικών αλλαγών». Στην ίδια ημερίδα μίλησαν επίσης ο εφέτης Αθηνών Ι. Βαλμαντώνης και ο καθηγητής Ψυχιατροδικαστικής Αθ. Δουζένης.
  35. Θεμελή, 2023, σ. 198–200. Έρευνα στο Kempe National Center των ΗΠΑ (1983–1985) εντόπισε 21 ψευδείς και 696 αξιόπιστες καταγγελίες, ποσοστό περίπου 2,9% (Jones & McGraw, 1987)· μελέτη 1.249 καταγγελιών σε 100 κοινωνικές υπηρεσίες βρήκε 4,7% (Everson & Boat, 1989)· οι Oates κ.ά. (2000), σε 551 περιπτώσεις, 2,5%· στοιχεία του αμερικανικού Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών, κάτω από 1% (Administration for Children and Families, 2003, 2014). Συνολικά, οι έρευνες δείχνουν ότι οι ισχυρισμοί των παιδιών είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αληθείς, «με τα ποσοστά των ψευδών καταγγελιών να μην ξεπερνούν το 5% του συνόλου των υποστηριζόμενων ισχυρισμών» (O'Donohue, Cummings & Willis, 2018, στο ίδιο, σ. 199), ενώ «η μη αναφερόμενη κακοποίηση είναι συχνότερη απ' ότι οι ψευδείς θετικές καταγγελίες» (Faller, 2007, στο ίδιο, σ. 200). Σε μεγάλη καναδική έρευνα για την κακοποίηση και παραμέληση παιδιών, οι εσκεμμένα ψευδείς καταγγελίες ήταν 4% του συνόλου και 12% στις υποθέσεις με διαφορά επιμέλειας ή επικοινωνίας. Στις τελευταίες, οι πατέρες χωρίς την επιμέλεια ευθύνονταν για το 43% των εσκεμμένα ψευδών καταγγελιών και οι μητέρες με την επιμέλεια για το 14% (Knott, Trocmé & Bala, 2004· Trocmé & Bala, 2005). Βλ. και «Η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, έχει τσέπες».
  36. Τα πειράματα εμφύτευσης ψευδών αναμνήσεων αφορούν κατά κανόνα τετριμμένα γεγονότα της παιδικής ηλικίας, όπως το να χαθεί κανείς σε ένα εμπορικό κέντρο. Οι συμμετέχοντες καλούνται επανειλημμένα, επί εβδομάδες, να ανακαλέσουν το ψευδές γεγονός, με βάση στοιχεία που δίνει στους ερευνητές στενός συγγενής τους, και συχνά με ασκήσεις φαντασίας (Mata Pérez, N. & Diges, M. (2024), «False memories in forensic psychology: do cognition and brain activity tell the same story?», Frontiers in Psychology, 15, 1327196). Σε ανάλυση οκτώ τέτοιων πειραμάτων με 423 ενήλικες συμμετέχοντες, ψευδής ανάμνηση τετριμμένου συμβάντος καταγράφηκε στο 30,4% των περιπτώσεων (Scoboria, A., Wade, K. A., Lindsay, D. S. κ.ά. (2017), «A mega-analysis of memory reports from eight peer-reviewed false memory implantation studies», Memory, 25(2), 146–163). Σε πείραμα με παιδιά 5–7 και 9–12 ετών, τα περισσότερα δεν «θυμήθηκαν» κανένα από τα δύο ψευδή γεγονότα που επιχειρήθηκε να τους εμφυτευτούν. Σημαντικά περισσότερα παιδιά θυμήθηκαν το αληθοφανές γεγονός —ότι χάθηκαν σε ένα εμπορικό κέντρο— από το μη αληθοφανές —έναν υποκλυσμό—, το οποίο μόνο ένα παιδί θυμήθηκε μεμονωμένα· η δυνατότητα εμφύτευσης αληθοφανών αναμνήσεων δεν μπορεί να γενικευτεί σε λιγότερο αληθοφανή γεγονότα (Pezdek, K. & Hodge, D. (1999), «Planting false childhood memories in children: The role of event plausibility», Child Development, 70(4), 887–895). Η βιβλιογραφία επισημαίνει ότι τα ευρήματα αυτά «υπεργενικεύονται» πέρα από το εργαστήριο, σε σύνθετες καταστάσεις με παράγοντες «δύσκολο αν όχι αδύνατο» να μελετηθούν, και ότι οι ερευνητές δεν μπορούν, για ηθικούς λόγους, να εξετάσουν παράγοντες που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τα εργαστηριακά ευρήματα (Goodman, G. S., Jones, O. & McLeod, C. (2017), «Is There Consensus About Children's Memory and Suggestibility?», Journal of Interpersonal Violence, 32(6), 926–939, σ. 931, 933· δική μας μετάφραση). Ο κίνδυνος που τεκμηριώνει η έρευνα αφορά τις καθοδηγητικές συνεντεύξεις, τις οποίες τα δομημένα πρωτόκολλα αποκλείουν (στο ίδιο, σ. 931). Τα παιδιά μπορούν να είναι αξιόπιστοι μάρτυρες, και η ποιότητα της κατάθεσής τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που τους γίνονται οι ερωτήσεις (Brown, D. A. & Lamb, M. E. (2025), «Children as Witnesses: Remembering, Reporting, and Reliability», Annual Review of Developmental Psychology, 7, 243–265). Βλ. και υποσημειώσεις 7 και 14. Αντίστοιχα, η διεθνής βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι «είναι σπάνιο να ανακαλούν τόσο οι ενήλικες όσο και τα παιδιά ψευδείς αναμνήσεις για αρνητικά γεγονότα ακόμη και όταν υπάρχει έντονη υποβολή και καθοδήγηση», ότι με την πάροδο της ηλικίας τα παιδιά γίνονται όλο και πιο ανθεκτικά στην παραπληροφόρηση και την καθοδήγηση, και ότι ακόμη και παιδιά ηλικίας 3 έως 7 ετών μπορούν να αντισταθούν στις καθοδηγητικές ερωτήσεις (Θεμελή, 2013, σ. 322–323).
  37. Βλ. υποσημειώσεις 3, 22 και 36.
  38. Ο όρος «μαύρη παιδαγωγική» (Schwarze Pädagogik) εισήχθη από την Katharina Rutschky (1977) και διαδόθηκε από την Alice Miller για να περιγράψει την ανατροφή που στηρίζεται στην υποταγή, την ταπείνωση και τη βία «για το καλό του παιδιού».
  39. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, το 86% των δραστών ενδοοικογενειακής βίας το 2024 ήταν άντρες (81% το 2023) (Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, παρουσίαση για την ενδοοικογενειακή βία, Μάιος 2025). Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την έρευνα για την έμφυλη βία (EU-GBV, 2021), το 18% των γυναικών που είχαν σύντροφο έχουν υποστεί σωματική (συμπεριλαμβανομένων των απειλών) ή σεξουαλική βία από σύντροφο, ποσοστό που φτάνει το 32% αν συνυπολογιστεί η ψυχολογική βία (Eurostat, Gender-based violence statistics).
  40. Για περιπτώσεις όπου ο καταγγελλόμενος γονέας διαβάλλει στο παιδί τον γονέα που το προστατεύει, βλ. «Η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, έχει τσέπες» και «Θα προστατέψω τα παιδιά μου»: μαρτυρία.
  41. Η δήλωση έγινε κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τη συνεπιμέλεια στην Ολομέλεια της Βουλής, τον Μάιο του 2021 (βλ. Lifo). Ο βουλευτής απέδωσε αργότερα τη δήλωσή του σε «φραστικό λάθος» (Τα Νέα, 22.5.2021).
  42. Στον Δείκτη Ισότητας των Φύλων του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη μεγαλύτερη ανισότητα να καταγράφεται στον τομέα της εξουσίας (EIGE, Gender Equality Index 2019: Greece· Gender Equality Index 2025).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ / ΠΗΓΕΣ

Βιβλία και άρθρα

Brown, D. A. & Lamb, M. E. (2025). Children as Witnesses: Remembering, Reporting, and Reliability. Annual Review of Developmental Psychology, 7, 243–265.

Dallam, S. J. (1998). Dr. Richard Gardner: A review of his theories and opinions on atypical sexuality, pedophilia, and treatment issues. Treating Abuse Today, 8(1), 15–23.

Gardner, R. A. (1992). True and False Accusations of Child Sex Abuse. Cresskill, NJ: Creative Therapeutics.

Goodman, G. S., Jones, O. & McLeod, C. (2017). Is There Consensus About Children's Memory and Suggestibility? Journal of Interpersonal Violence, 32(6), 926–939.

Knott, T., Trocmé, N. & Bala, N. (2004). False allegations of abuse and neglect (CECW Information Sheet #13E). Centre of Excellence for Child Welfare.

Mata Pérez, N. & Diges, M. (2024). False memories in forensic psychology: do cognition and brain activity tell the same story? Frontiers in Psychology, 15, 1327196.

Meier, J. S., Dickson, S., O'Sullivan, C., Rosen, L. & Hayes, J. (2019). Child Custody Outcomes in Cases Involving Parental Alienation and Abuse Allegations. GWU Law School Public Law Research Paper No. 2019-56.

Mercer, J. & Drew, M. (Επιμ.) (2022). Challenging Parental Alienation: New Directions for Professionals and Parents. Routledge.

Pezdek, K. & Hodge, D. (1999). Planting false childhood memories in children: The role of event plausibility. Child Development, 70(4), 887–895.

Rutschky, K. (1977). Schwarze Pädagogik. Frankfurt/M.: Ullstein.

Scoboria, A., Wade, K. A., Lindsay, D. S. κ.ά. (2017). A mega-analysis of memory reports from eight peer-reviewed false memory implantation studies. Memory, 25(2), 146–163.

Trocmé, N. & Bala, N. (2005). False allegations of abuse and neglect when parents separate. Child Abuse & Neglect, 29(12), 1333–1345.

Βαλμαντώνης, Ι. (2022). Η γονική αποξένωση ως μορφή ενδοοικογενειακής βίας. Εισήγηση σε σεμινάριο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.

Θεμελή, Ό. Χ. (2013). Τα παιδία καταθέτει: Η δικανική εξέταση ανήλικων μαρτύρων θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης. Αθήνα: Τόπος.

Θεμελή, Ό. Χ. (2023). Παιδιά χαμένα στην κατάθεση: Από την αποπλάνηση και τη σεξουαλική κακοποίηση, στη λήψη της δικανικής συνέντευξης και την επαναθυματοποίηση. Αθήνα: Τόπος.

Επίσημα κείμενα και στοιχεία

EIGE. Gender Equality Index:

Eurostat. Gender-based violence statistics (EU-GBV 2021).

GREVIO (2023). Baseline Evaluation Report: Greece. Συμβούλιο της Ευρώπης, 14 Νοεμβρίου 2023.

Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (χ.χ.). Οδηγός Εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης-Παραμέλησης Παιδιών για Επαγγελματίες. Αθήνα: ΙΥΠ.

Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (2022). Parental alienation (δήλωση για το ICD-11).

Προεδρία της Κυβέρνησης (2023). Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Προστασία των Παιδιών από τη Σεξουαλική Κακοποίηση και Εκμετάλλευση 2022-2027 (επικαιροποίηση Μαρτίου 2023).

Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (2025). Παρουσίαση για την ενδοοικογενειακή βία, Μάιος 2025.

Υπουργική Απόφαση 7320/2019, «Ρύθμιση θεμάτων λειτουργίας των Αυτοτελών Γραφείων Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων "Σπίτι του Παιδιού" – Δομημένο πρωτόκολλο εξέτασης ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος», ΦΕΚ Β' 2238/10.06.2019.

Νομοθεσία

Εγγραφείτε στο newsletter του stopchildabuse.gr

για να λαμβάνετε ενημερώσεις για άρθρα, νέα και δράσεις της καμπάνιας,