Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

«Η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, έχει τσέπες»

Μια μαρτυρία κακοποίησης και τα μοτίβα που αυτή αναδεικνύει για την ενδοοικογενειακή βία, την σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, τις αποτυχίες της δικαιοσύνης και του συστήματος παιδικής προστασίας

«Η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, έχει τσέπες»

Θέμιδος Μέλαθρον

Δημοσίευση: 27 Ιουλίου 2026

© stopchildabuse.gr

Σε μία από τις συνεντεύξεις της δημοσιογραφικής ομάδας The Manifold ακούμε μια γυναίκα να αφηγείται δεκαπέντε και πλέον χρόνια ενδοοικογενειακής βίας εναντίον της ίδιας αλλά και της κόρης της, που κατήγγειλε τον πατέρα της για σεξουαλική κακοποίηση. Ακούμε, παράλληλα, και μια εξιστόρηση θεσμικής βίας, καθώς από την πρώτη καταγγελία έως την πρώτη δίκη δέκα χρόνια αργότερα, η μητέρα έπρεπε να παλέψει όχι μόνο με την αστυνομική, εισαγγελική και δικαστική αρχή για να προστατέψει την κόρη της, αλλά και με ειδικούς ψυχικούς υγείας, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχιάτρους και πραγματογνώμονες. Σε κάθε στάδιο αυτής της μαρτυρίας αντιστοιχεί και ένα αναγνωρισμένο μοτίβο, τεκμηριωμένο από τη διεθνή βιβλιογραφία, για την ενδοοικογενειακή βία, τον εξαναγκαστικό έλεγχο (coercive control) και την αποτυχία του συστήματος παιδικής προστασίας. Το κείμενο που ακολουθεί δεν αποσκοπεί στην παράθεση κάθε λεπτομέρειας αυτής της ιστορίας, αλλά στην ανάδειξη και αναγνώριση αυτών των μοτίβων.

Η ιστορία εν συντομία

Η γυναίκα γνώρισε τον σύντροφό της το 2005, πολύ νέα. Η σχέση, όπως την περιγράφει, ήταν εξαρχής κτητική και ελεγκτική, με τη βία να κλιμακώνεται σταδιακά. Ενώ ήταν πέντε μηνών έγκυος, εκείνος τη χτύπησε μέσα σε κινούμενο αυτοκίνητο, τράβηξε το χειρόφρενο, την έσπρωξε έξω στον δρόμο και άρχισε να την χτυπάει πεσμένη στο έδαφος. Ένας οδηγός ταξί που προσπάθησε να επέμβει τράπηκε σε φυγή όταν εκείνος τον απείλησε με ένα ξύλο. Η γυναίκα κατέθεσε την πρώτη της μήνυση, αλλά την ανακάλεσε δύο μέρες αργότερα, υπό την πίεση της οικογένειάς του και μετά από ενθάρρυνση των ίδιων των αστυνομικών να «του δώσει μια ευκαιρία». «Παιδιά, βρείτε τα» της είπαν. Η βία συνεχίστηκε και μετά τη γέννηση του παιδιού, με αποκορύφωμα ένα επεισόδιο όπου, όταν εκείνη του είπε ότι χωρίζουν, εκείνος κράτησε το μωρό μέσα στο ρηλάξ έξω από το κιγκλίδωμα του μπαλκονιού, σε αρκετά ψηλό όροφο, λέγοντάς της «δεν έχει νόημα να υπάρχει αυτό» και αναγκάζοντάς την να ανακαλέσει τα λόγια της για να σωθεί το παιδί. Έφυγε οριστικά τον Ιανουάριο του 2008.

Μετά τον χωρισμό, ο πατέρας άρχισε σταδιακά να εκδηλώνει ανάρμοστη συμπεριφορά προς την κόρη τους. Της απευθυνόταν με χαρακτηρισμούς όπως "γυναίκα μου" και "καύλα μου", τη φιλούσε στο στόμα, έκανε μαζί της γυμνός μπάνιο, και επέμενε να την καθαρίζει ο ίδιος μετά την τουαλέτα με τρόπο ακατάλληλο. Το παιδί, γύρω στα τρία του χρόνια, άρχισε σταδιακά να αποκαλύπτει, πρώτα σε ψυχολόγο και μετά στη μητέρα του, ασελγείς πράξεις. Ακολούθησε μακρά, τραυματική δικαστική πορεία. Η πρώτη καταγγελία στην Εισαγγελία Ανηλίκων για το φιλί στο στόμα (η οποία ανακλήθηκε), η δεύτερη, πληρέστερη καταγγελία το 2012, σειρά αξιολογήσεων από ειδικούς, εξέταση στο Σπίτι του Παιδιού το 2021 που επιβεβαίωσε την κακοποίηση, καταδίκη 7-0 από το πρωτόδικο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο το 2021, και τελικά αθώωση 6-1 «λόγω αμφιβολιών» από το Εφετείο το 2023. Σήμερα, η ίδια η μητέρα αντιμετωπίζει ποινική δίωξη ως «ηθική αυτουργός», κατηγορούμενη ότι καθοδήγησε το παιδί να καταθέσει ψευδώς σε συνεργασία με την ψυχολόγο.

Μοτίβα στην σχέση

Εξαναγκαστικός έλεγχος (coercive control)

Πέρα από τη σωματική βία, η μαρτυρία περιγράφει έναν συστηματικό μηχανισμό ελέγχου. Ο σύντροφός της δεν ήθελε να δουλεύει, να έχει δικά της χρήματα ή οικονομική ανεξαρτησία, θέλοντας να παραμείνει πλήρως εξαρτημένη από εκείνον. Μια αντίληψη που, όπως εξηγεί, προερχόταν από την πατρική του οικογένεια, όπου πίστευαν ότι «όταν μια γυναίκα δεν έχει χρήματα, δεν μπορεί να κουνηθεί». Υποτιμούσε συστηματικά την επαγγελματική της υπόσταση και ασκούσε ακραίο έλεγχο δημιουργώντας σκηνές για ασήμαντες αφορμές. Ο συνδυασμός οικονομικού αποκλεισμού, υποτίμησης και παθολογικής ζήλειας λειτουργούσε ως μηχανισμός που την κρατούσε δέσμια της σχέσης, ανεξάρτητα από τα μεμονωμένα επεισόδια σωματικής βίας.

«μου περισσεύει ενάμιση χιλιάρικο, θα πάω να σου κάνω μια μήνυση τώρα, ότι με είδες και με έβρισες»

Οικονομική βία μετά τον χωρισμό

Η οικονομική βία δεν σταμάτησε με τον χωρισμό, αντίθετα, έγινε χειρότερη. Γνωρίζοντας ότι εκείνη ζούσε πλέον με μεροκάματο, ερχόταν έξω από το σπίτι της και της έλεγε χαρακτηριστικά «μου περισσεύει ενάμιση χιλιάρικο, θα πάω να σου κάνω μια μήνυση τώρα, ότι με είδες και με έβρισες». Πράγματι το έκανε, κατ' επανάληψη, αναγκάζοντάς την να εμφανίζεται σε δικαστήρια χωρίς δικηγόρο για να αθωωθεί, πληρώνοντας η ίδια συνεχώς παράβολα. «Επειδή με χώρισες θα δουλεύεις και θα τα πληρώνεις όλα στους δικηγόρους», της έλεγε. Αυτή η τακτική έχει συγκεκριμένο όρο στη διεθνή βιβλιογραφία. Το «litigation abuse» ή «vexatious litigation» (δικαστική/νομική κακοποίηση) είναι μια αναγνωρισμένη μορφή κακοποίησης μετά τον χωρισμό (post-separation abuse), όπου ο θύτης χρησιμοποιεί το ίδιο το νομικό σύστημα ως όχημα συνεχούς παρενόχλησης και οικονομικής εξουθένωσης του θύματος.

«Όταν ένας άνθρωπος έχει αυτό, να σηκώνει χέρι και να είναι βίαιος, δεν σταματάει με ένα συγγνώμη. Θα το ξανακάνει και θα το ξανακάνει. Και κάθε φορά που θα το κάνει είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Αυτό είναι σίγουρο.»

Ο κύκλος συγχώρεσης, η πίεση των οικογενειών, και η στάση της αστυνομίας

Μια από τις πιο ανησυχητικές λεπτομέρειες της μαρτυρίας αφορά το πώς αντιμετωπίστηκε η πρώτη της μήνυση από τις ίδιες τις αρχές. Στο αστυνομικό τμήμα όπου κατέθεσε μετά το περιστατικό στο αυτοκίνητο, οι αστυνομικοί γνώριζαν προσωπικά τον δράστη λόγω του επαγγέλματός του και της οικογένειάς του. Αντί να αντιμετωπίσουν το περιστατικό ως απόπειρα γυναικοκτονίας, την προέτρεψαν να «του δώσει μια ευκαιρία», λέγοντάς της ότι «δεν είναι τέτοιος άνθρωπος, τον ξέρουμε χρόνια». Παράλληλα, τόσο η δική της όσο και η δική του οικογένεια ασκούσαν πίεση να μη χωρίσουν, με τη δική της να προέρχεται από πιο παραδοσιακό περιβάλλον και να τη συμβουλεύει να δώσει ευκαιρίες «για το καλό του παιδιού». Έτσι δημιουργήθηκε ένας κύκλος, αφού κάθε φορά που εκείνος υποσχόταν αλλαγή, εκείνη του έδινε άλλη μια ευκαιρία, και κάθε επόμενο επεισόδιο ήταν χειρότερο από το προηγούμενο. Ένα μοτίβο άκρως αναγνωρίσιμο στην ενδοοικογενειακή βία που ασκείται με βαθμιαία κλιμάκωση. Όπως λέει η ίδια «Όταν ένας άνθρωπος έχει αυτό, να σηκώνει χέρι και να είναι βίαιος, δεν σταματάει με ένα συγγνώμη. Θα το ξανακάνει και θα το ξανακάνει. Και κάθε φορά που θα το κάνει είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Αυτό είναι σίγουρο.»

Η στιγμή της μέγιστης επικινδυνότητας

Στην πιο ακραία στιγμή της αφήγησης, όταν του είπε ότι τελείωσαν, εκείνος κράτησε το μωρό μέσα στο ρηλάξ έξω από το κιγκλίδωμα του μπαλκονιού σε ψηλό όροφο, λέγοντάς της ότι «δεν έχει νόημα να υπάρχει αυτό». Εκείνη αναγκάστηκε να αναιρέσει αμέσως τα λόγια της για να σωθεί το παιδί. Το περιστατικό αυτό αντανακλά ένα από τα πιο τεκμηριωμένα ευρήματα της έρευνας για την ενδοοικογενειακή βία. Η στιγμή που το θύμα δηλώνει πρόθεση χωρισμού είναι στατιστικά η πιο επικίνδυνη περίοδος σε μια κακοποιητική σχέση, καθώς ο θύτης, αισθανόμενος ότι χάνει τον έλεγχο, μπορεί να καταφύγει σε ακραίες πράξεις βίας που μπορεί να φτάσουν ως την γυναικοκτονία, συχνά χρησιμοποιώντας τα ίδια τα παιδιά ως μέσο πίεσης.

Love bombing μετά την απόφαση χωρισμού

Αφού υπέβαλε αγωγή διαζυγίου, εκείνος αντέδρασε με μια σειρά θεατρινισμών. Ισχυρίστηκε ότι είναι άρρωστος, ότι έχει καρκίνο, ξύρισε το κεφάλι του για να τον λυπηθεί, και της έκανε πρόταση γάμου στο εξωτερικό με ένα πολύ ακριβό δαχτυλίδι. Όταν εκείνη αρνήθηκε, η συμπεριφορά του στράφηκε αμέσως ξανά προς την κακοποίηση. Το love bombing -οι υπερβολικές, θεατρικές εκδηλώσεις αγάπης μετά από μια απόπειρα χωρισμού- δεν αποτελεί γνήσια μεταστροφή αλλά τακτική επανάκτησης ελέγχου. Όταν αποτυγχάνει, ο θύτης επιστρέφει γρήγορα στην προηγούμενη συμπεριφορά.

Μοτίβα στην παιδική κακοποίηση

Η καλλιέργεια μυστικότητας

Ο πατέρας φρόντιζε συστηματικά να περνάει στο παιδί το μήνυμα ότι όσα συνέβαιναν ήταν «δικά τους μυστικά». Η μυστικότητα είναι θεμελιώδης στη λειτουργία της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Ο δράστης δεν χρειάζεται πάντα να προβεί σε ρητές απειλές, αρκεί να πλαισιώσει την κακοποίηση ως κάτι ιδιαίτερο και αποκλειστικό, εκμεταλλευόμενος τα όποια συναισθήματα τρέφει το παιδί για αυτόν. Το «μυστικό» μετατρέπεται έτσι σε βάρος ενοχής για το ίδιο το παιδί, που βιώνει την αποκάλυψη ως προδοσία και όχι ως ανακούφιση / απελευθέρωση.

Ελεγχόμενη εξάρτηση: όταν ο γονέας δεν αφήνει το παιδί να αυτοεξυπηρετηθεί

Παρότι η κόρη βρισκόταν σε ηλικία (3,5 έως 5,5 ετών) που θα μπορούσε πλέον να αυτοεξυπηρετηθεί, ο πατέρας επέμενε να την καθαρίζει ο ίδιος μετά την τουαλέτα με τρόπο ακατάλληλο, και επέμενε να κάνουν μαζί γυμνοί μπάνιο. Αυτού του είδους η συμπεριφορά αποτελεί κλασικό μοτίβο grooming. O δράστης διατηρεί σκόπιμα το παιδί σε στάδιο ανάπτυξης χαμηλότερο του πραγματικού, μέσω υπερβολικής «φροντίδας» σε λειτουργίες όπως το μπάνιο, ακριβώς για να έχει νομιμοποιημένη πρόσβαση στο σώμα του παιδιού υπό το πρόσχημα της γονεϊκής φροντίδας.

Gaslighting απέναντι στην μητέρα

Όταν εκείνη του έκανε παρατήρηση για τα ακατάλληλα χαϊδευτικά («γυναίκα της ζωής μου», «είσαι η καύλα μου») και το φιλί στο στόμα, εκείνος δεν αναγνώρισε ποτέ το πρόβλημα, αλλά δικαιολόγησε τη συμπεριφορά ως έκφραση αγάπης και αμφισβήτησε την ίδια την εγκυρότητα της ανησυχίας της («τι δεν είναι σωστό, κι η μάνα μου στο στόμα με φίλαγε»). Αυτή η συστηματική άρνηση και αντιστροφή είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα gaslighting, με στόχο να κάνει τη μητέρα να αμφισβητήσει τη δική της κρίση.

Όταν ο δράστης διαβάλλει στο παιδί τον γονέα που το προστατεύει (protective parent)

Όταν η κόρη ρώτησε τη μητέρα γιατί δεν τη φιλάει στο στόμα ή στα γεννητικά όργανα κατά την αλλαγή πάνας όπως έκανε ο πατέρας, πρόσθεσε «εσύ με σιχαίνεσαι μου είπε ο μπαμπάς», φράση που ειπώθηκε υπονοώντας ότι η μητέρα απορρίπτει το παιδί. Ο πατέρας παρουσιάζει τη δική του ακατάλληλη συμπεριφορά ως φυσιολογική στοργή, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει τη σχέση εμπιστοσύνης του παιδιού με τον γονέα που θα μπορούσε να το προστατέψει, μία από τις πιο κοινές τακτικές που χρησιμοποιούν δράστες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών.

Μοτίβα θεσμικής αποτυχίας

Μια πρώτη καταγγελία που αποσύρθηκε

Η πρώτη επίσημη καταγγελία στην Εισαγγελία Ανηλίκων αφορούσε το φιλί στο στόμα. Επειδή η κόρη ήταν πολύ μικρή και η μητέρα δίσταζε μήπως «το τραβάει» υπερβολικά, ζήτησε να μην προχωρήσει η υπόθεση. Η συμπεριφορά όμως δεν σταμάτησε. Αντίθετα, κλιμακώθηκε τα επόμενα χρόνια σε πολύ σοβαρότερες πράξεις. Το περιστατικό δείχνει πόσο σημαντικό είναι να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ακόμα και οι φαινομενικά «μικρές» παραβιάσεις ορίων, καθώς συχνά αποτελούν πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια.

Ανεξάρτητη επιβεβαίωση από το σχολείο

Η δασκάλα/διευθύντρια του νηπιαγωγείου κάλεσε τη μητέρα, έχοντας παρατηρήσει ότι το παιδί ζωγράφιζε με σκούρα χρώματα, ασυνήθιστες ζωγραφιές που προκάλεσαν ανησυχία στο σχολικό περιβάλλον. Η παρατήρηση αυτή, ανεξάρτητη από τη μητέρα, ενισχύει σημαντικά την αξιοπιστία της συνολικής καταγγελίας.

Ο τεχνικός σύμβουλος του πατέρα παρέμεινε μάλιστα στο γραφείο του πραγματογνώμονα, κάτι που απαγορεύεται ρητά, χωρίς ο σύμβουλος της μητέρας -παρότι το αντιλήφθηκε- να το καταγράψει επίσημα.

Ειδικοί με αμφισβητούμενη αμεροληψία

Η δεύτερη αξιολόγηση παραπέμφθηκε βιαστικά σε κέντρο ψυχικής υγείας, όπου ο ψυχίατρος που θα έβλεπε το παιδί αποδείχθηκε ότι ήταν γείτονας του πατέρα και τον ήξερε προσωπικά. Ο ψυχίατρος αρνήθηκε τη βιντεοσκόπηση της συνεδρίας, φέρθηκε εχθρικά, και αργότερα, κατά τη διάρκεια αστυνομικής επέμβασης για οφειλόμενη διατροφή, τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα και προσφέρθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας υπέρ του σε άσχετη υπόθεση. Όταν η συνεδρία διακόπηκε, ο ίδιος έστειλε επιστολή στην Εισαγγελία δηλώνοντας αδυναμία συνέχισης, χωρίς να καταγράψει τίποτα από όσα είχαν ήδη ειπωθεί, σαν να μην είχε γίνει ποτέ καμία συνεδρία.

Η επόμενη παραπομπή, σε άλλον δημόσιο πραγματογνώμονα, ψυχίατρο ενηλίκων, έγινε σε ακατάλληλο περιβάλλον, χωρίς τα βασικά εργαλεία δικανικής συνέντευξης παιδιού. Ο πραγματογνώμονας απείλησε το τρομαγμένο παιδί («αν δεν πεις τι έκανε ο μπαμπάς σου, θα κάτσεις εδώ μέχρι το βράδυ»), έκανε μία και μοναδική κλειστού τύπου ερώτηση («ο μπαμπάς κάνει αταξίες στο σπίτι;»), ερώτηση εντελώς ακατάλληλη για την ηλικία και το θέμα, και κατέληξε ότι το παιδί δεν είχε κακοποιηθεί, αρνούμενος περαιτέρω ερωτήσεις. Ο τεχνικός σύμβουλος του πατέρα παρέμεινε μάλιστα στο γραφείο του πραγματογνώμονα, κάτι που απαγορεύεται ρητά, χωρίς ο σύμβουλος της μητέρας -παρότι το αντιλήφθηκε- να το καταγράψει επίσημα.

«σ' αρέσει να στεναχωρείς τον μπαμπά σου;»

Ο ρόλος της κοινωνικής λειτουργού

Στην εποπτευόμενη επικοινωνία που ακολούθησε, η κοινωνική λειτουργός αμφισβήτησε επανειλημμένα τη μνήμη του ίδιου του παιδιού («μήπως δεν θυμάσαι καλά; Μήπως κάτι σου είπαν να πεις;»), επέτρεψε στην οικογένεια του πατέρα να παρευρεθεί μαζικά σε επισκέψεις χωρίς έγκριση, και επέμενε να πραγματοποιούνται συναντήσεις ακόμη και όταν το παιδί βρισκόταν σε εμφανή κρίση πανικού, δημιουργώντας μάλιστα ενοχές («σ' αρέσει να στεναχωρείς τον μπαμπά σου;»). Η μητέρα, έχοντας πλέον χάσει κάθε εμπιστοσύνη, κατέγραψε η ίδια τις συνομιλίες, καταγραφές στις οποίες ακούγεται το παιδί να κλαίει λέγοντας ότι θυμάται τι της έκανε στα γεννητικά της όργανα.

Η ίδια η αστική δίκη επιμέλειας ανέδειξε επίσης προβλήματα διαφάνειας. Όταν η πρόεδρος του δικαστηρίου ζήτησε να δει το παιδί ιδιωτικά, ο πατέρας, παρών στην αίθουσα, έκανε νόημα στο παιδί με το βλέμμα του να μη μιλήσει, κάτι που η μητέρα πρόλαβε να επισημάνει. Όμως τι ακριβώς ειπώθηκε μέσα στο κλειστό γραφείο παραμένει άγνωστο, καθώς η διαδικασία δεν καταγράφηκε.

Καταδίκες χωρίς συνέπεια: παραβίαση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης

Παρά τις επανειλημμένες καταδίκες του για κακοποίηση εις βάρος της ίδιας, με αναστολή, και παρά τα περιοριστικά μέτρα που εκείνος συστηματικά αγνοούσε, τα αστικά δικαστήρια συνέχισαν να του παραχωρούν επικοινωνία και αργότερα διανυκτέρευση με το παιδί. Της είχαν πει ρητά ότι ήταν υποχρεωμένη να δίνει το παιδί μέχρι να εκδικαστεί ξεχωριστό δικαστήριο, «ακόμα και να το σκοτώνει, πρέπει να το δίνεις». Αυτή η πρακτική έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 31 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, το οποίο προβλέπει ρητά ότι τα περιστατικά βίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό επιμέλειας και επικοινωνίας, και ότι η άσκηση δικαιώματος επικοινωνίας δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του θύματος ή των παιδιών.

Το διπλό δίλημμα του γονέα που προστατεύει το παιδί (protective parent)

Η μητέρα, καθ' όλη τη διαδικασία, διευκόλυνε συστηματικά την επικοινωνία, ακριβώς όπως όφειλε νομικά. Αυτή όμως η ίδια συμμόρφωση χρησιμοποιείται συχνά εναντίον των γονέων που προστατεύουν τα παιδιά με το επιχείρημα ότι αν όντως συνέβαιναν όσα κατήγγειλε, δεν θα άφηνε το παιδί να τον βλέπει. Αν όμως είχε αρνηθεί μονομερώς, θα κατηγορούνταν ως «αποξενώτρια». Πρόκειται για παγίδα: όποια επιλογή κι αν κάνει ο γονέας που προστατεύει το παιδί, το πιο πιθανό είναι ότι θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Οι πολλαπλές τραυματικές καταθέσεις

Το παιδί χρειάστηκε να αφηγηθεί την εμπειρία του σε τουλάχιστον πέντε ή έξι διαφορετικές δομές μέσα σε μια δεκαετία. Όταν χρειάστηκε να ξαναεξεταστεί πριν το Εφετείο, πλέον έφηβη, αντέδρασε με απόγνωση («πάλι τα ίδια θα πω;») και έκανε εμετό από το άγχος. Κάθε επανάληψη αναζωπυρώνει το τραύμα και μετατρέπει τη δικαστική διαδικασία σε μορφή θεσμικής επαναθυματοποίησης.

Το Σπίτι του Παιδιού: μια θεσμική λύση που ήρθε πολύ αργά

Η εξέταση στο Σπίτι του Παιδιού το 2021 -που στην Ελλάδα λειτουργεί μόλις από τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς και μόνο στην Αθήνα- ήταν η πρώτη φορά που το παιδί ένιωσε πραγματικά ασφαλές, με ειδικευμένο προσωπικό και κατάλληλες συνθήκες. Το πόρισμα ήταν σαφές σε τρία σημεία: το παιδί δεν είχε υποστεί «πλύση εγκεφάλου» από τη μητέρα, το μητρικό περιβάλλον το είχε προστατέψει επαρκώς, και το παιδί όντως είχε βιώσει τις ασελγείς πράξεις που περιέγραφε. Αν μια τέτοια δομή υπήρχε εξαρχής, η υπόθεση θα είχε ίσως προχωρήσει ταχύτερα, και θα είχε αποφευχθεί η επανατραυματοποίηση.

Στη συνέχεια, φέρεται να οργανώθηκε με άλλους καταγγελόμενους πατέρες, και η ίδια η μητέρα βρέθηκε αντιμέτωπη με ποινική δίωξη ως «ηθική αυτουργός»

Η αθώωση «λόγω αμφιβολιών» και το όπλο της «γονεϊκής αποξένωσης»

Στο Εφετείο, ενώ σχεδόν όλη η έδρα συγκινήθηκε βλέποντας την κατάθεση του Σπιτιού του Παιδιού - εκτός από τον εισαγγελέα και μία ένορκο γνωστή του πατέρα- ο πατέρας αθωώθηκε 6-1 «λόγω αμφιβολιών». Απόφαση που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ομόφωνη πρωτόδικη καταδίκη και το πόρισμα του Σπιτιού του Παιδιού. Στη συνέχεια, φέρεται να οργανώθηκε με άλλους καταγγελόμενους πατέρες, και η ίδια η μητέρα βρέθηκε αντιμέτωπη με ποινική δίωξη ως «ηθική αυτουργός», με την κατηγορία ότι συνωμότησε με την ψυχολόγο της αστυνομίας για να καθοδηγήσει το παιδί να κάνει ψευδείς καταγγελίες.

Το μοτίβο αυτό δεν είναι μεμονωμένο ελληνικό φαινόμενο. Στις ΗΠΑ καταγράφεται συστηματική εκστρατεία εκφοβισμού εναντίον επαγγελματιών με ειδίκευση στην παιδική κακοποίηση, οι οποίοι δέχονται απειλές και αγωγές από καταγγελλόμενους γονείς. Η ίδια η θεωρία της «γονεϊκής αποξένωσης» δημιουργήθηκε το 1985 από τον Richard Gardner με σκοπό να αποστρέψει την προσοχή του δικαστηρίου από καταγγελίες κακοποίησης εναντίον πατέρων. Δεν αναγνωρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ούτε από άλλους επίσημους φορείς, και έρευνες δείχνουν ότι η επίκλησή της από κατηγορούμενους πατέρες σχεδόν διπλασιάζει την πιθανότητα το δικαστήριο να απορρίψει καταγγελία κακοποίησης μιας μητέρας.

Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η ίδια η μητέρα κατηγορείται σήμερα ως αποξενώτρια έρχεται σε ευθεία αντίθεση με όσα η μαρτυρία της τεκμηριώνει. Επί δεκαπέντε και πλέον χρόνια προστάτευε ενεργά το παιδί, διευκόλυνε συστηματικά την επικοινωνία όπου ο νόμος το επέβαλε, και δεν επέτρεψε ποτέ σε κανέναν να μιλήσει άσχημα για τον πατέρα μπροστά στο παιδί, ούτε καν στον εαυτό της.

Η αθώωση λόγω αμφιβολιών δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο έκρινε ότι η κακοποίηση δεν συνέβη ή ότι το παιδί είπε ψέματα.

Ο μύθος της ψευδούς καταγγελίας — τι σημαίνει πραγματικά η αθώωση «λόγω αμφιβολιών»

Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία αυτής της υπόθεσης, και ίσως το πιο παρεξηγημένο δημόσια, είναι η ίδια η μετάθεση νοήματος από το «αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών» στο «η καταγγελία ήταν ψευδής». Νομικά, αυτά τα δύο δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Η αθώωση λόγω αμφιβολιών δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο έκρινε ότι η κακοποίηση δεν συνέβη ή ότι το παιδί είπε ψέματα. Σημαίνει απλώς ότι, με την αυστηρή απαιτούμενη πλειοψηφία για καταδίκη σε κακούργημα, δεν σχηματίστηκε η αναγκαία δικανική βεβαιότητα «πέραν πάσης αμφιβολίας», ένα πολύ υψηλό αποδεικτικό όριο, σκόπιμα αυστηρό στην ποινική δικαιοσύνη ακριβώς για να προστατεύει τον κατηγορούμενο, όχι για να επικυρώνει την αθωότητά του.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η απόσταση ανάμεσα σε αυτή την τεχνική δικανική διατύπωση και στην πραγματικότητα των ευρημάτων είναι τεράστια. Πριν από την αθώωση «λόγω αμφιβολιών» στο Εφετείο, η ίδια υπόθεση είχε περάσει από πλήθος ανεξάρτητων αξιολογήσεων που όλες κατέληγαν στο αντίθετο συμπέρασμα. Ο αρχικός εισαγγελέας ανηλίκων είχε προτείνει παραπομπή, η ανακρίτρια είχε κρίνει ότι πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είχε αποφασίσει παραπομπή σε δίκη, το πρωτόδικο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο τον είχε κρίνει ένοχο ομόφωνα και τέλος η εξέταση στο Σπίτι του Παιδιού, η πιο μεθοδολογικά έγκυρη και εξειδικευμένη αξιολόγηση σε όλη τη διαδικασία, είχε καταλήξει ρητά ότι το παιδί όντως είχε βιώσει όσα περιέγραφε, και ότι δεν είχε υποστεί καμία καθοδήγηση από το μητρικό περιβάλλον.

Πέντε θεσμικά όργανα, εισαγγελέας, ανακρίτρια, δικαστικό συμβούλιο, ομόφωνο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και εξειδικευμένοι επαγγελματίες του Σπιτιού του Παιδιού, έκριναν ότι η κακοποίηση είχε συμβεί. Μόνο το Εφετείο, και με πλειοψηφία 6-1, κατέληξε σε αθώωση λόγω «αμφιβολιών». Παρ' όλα αυτά, στη δημόσια αντίληψη αλλά και στη μετέπειτα δικαστική αντιμετώπιση της μητέρας, αυτή η μία απόφαση αρκεί για να αντιστραφεί εντελώς η αφήγηση. Από θύμα που κατήγγειλε αξιόπιστα, η μητέρα μετατρέπεται σε κατηγορούμενη για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταγγελία, σαν να είχε ήδη αποδειχθεί δικαστικά ότι η κακοποίηση δεν συνέβη, κάτι που ουδέποτε κρίθηκε από κανένα δικαστήριο.

Αυτή η σύγχυση δεν είναι αθώα ούτε τυχαία. Είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποία η έννοια της «ψευδούς καταγγελίας» χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Μια δικανική αμφιβολία, που θεσμικά υπάρχει για να προστατεύει τον κατηγορούμενο, μετατρέπεται εργαλειακά σε «απόδειξη» εναντίον της καταγγέλλουσας μητέρας. Το βάρος της απόδειξης αντιστρέφεται εκ των υστέρων. Αντί να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η καταγγελία ήταν ψευδής (κάτι που κανένα δικαστήριο δεν έκρινε), αρκεί η απουσία καταδίκης για να θεωρηθεί δεδομένο το ψέμα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας γονέας που καταγγέλλει κακοποίηση παιδιού βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα διπλό δικανικό βάρος. Πρέπει η κατηγορία να αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας για να καταδικαστεί ο δράστης, ενώ αρκεί μόνο μια απλή αμφιβολία, χωρίς καμία θετική διαπίστωση αθωότητας, για να στραφεί η ίδια η ποινική δικαιοσύνη εναντίον της.


Όταν το αίτημα αναίρεσης απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο, η πλέον ενήλικη κόρη, βγαίνοντας από την αίθουσα, στάθηκε μπροστά στο άγαλμα της Θέμιδας και είπε στον δικηγόρο του πατέρα της: «Θα πρέπει να την αφαιρέσετε αυτή [την επιγραφή] που έχετε, ότι η δικαιοσύνη είναι τυφλή. Γιατί η δικαιοσύνη δυστυχώς έχει τσέπες, δεν είναι τυφλή». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει το σύνολο αυτής της μαρτυρίας. Δεν είναι μια μεμονωμένη αποτυχία, αλλά μια αλυσίδα θεσμικών επιλογών —αστυνομικοί που γνώριζαν τον δράστη, ειδικοί με αμφισβητούμενη αμεροληψία, νόμοι που επέβαλλαν επαφή παρά τον κίνδυνο, δικαστήρια που χρειάστηκαν μια δεκαετία— καθεμία από τις οποίες, μεμονωμένα, θα μπορούσε να φαντάζει ως εξαίρεση, αλλά μαζί συνθέτουν ένα αναγνωρίσιμο, επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η κατανόησή του δεν είναι απλώς ακαδημαϊκό ζήτημα, είναι προϋπόθεση για να μπορέσει το σύστημα να προστατέψει το επόμενο παιδί, νωρίτερα και πιο αποτελεσματικά.


Η ανεξάρτητη δημοσιογραφική ομάδα The Manifold υλοποιεί σειρά vidcast με θέμα την αντιμετώπιση από τις αρμόδιες αρχές όσων καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή βία ή/και παιδική σεξουαλική κακοποίηση, με την υποστήριξη του Open Society Institute – Sofia και τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο του Media Resilience project.

Βίντεο YouTube

Εγγραφείτε στο newsletter του stopchildabuse.gr

για να λαμβάνετε ενημερώσεις για άρθρα, νέα και δράσεις της καμπάνιας,