Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΤΥΠΟΣ

Μεγάλη Βρετανία: η ενδοοικογενειακή βία θα λαμβάνεται σοβαρά υπόψη μετά τον χωρισμό

Μεγάλη Βρετανία: η ενδοοικογενειακή βία θα λαμβάνεται σοβαρά υπόψη μετά τον χωρισμό

Credits: The Bureau of Investigative Journalism

Mια μεγάλη αναθεώρηση στα οικογενειακά δικαστήρια στη Μ. Βρετανία θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι οικονομικές υποχρεώσεις μετά τον χωρισμό. Οι αλλαγές αυτές θα αφορούν και τα ζευγάρια εκτός γάμου.

Επί του παρόντος, η ενδοοικογενειακή βία σπάνια λαμβάνεται υπόψη. Η κακοποίηση από τον/την σύζυγο πρέπει να θεωρηθεί «εξαιρετική» προκειμένου να την συνυπολογίσει ο δικαστής. Επιπλέον, εναπόκειται στο θύμα να αποδείξει ότι η ζωή του έχει επηρεαστεί αρνητικά ως αποτέλεσμα της ενδοοοικογενειακής βίας.

Σύμφωνα με το άρθρο της Hannah Summers για το The Bureau of Investigative Journalism, το ισχύον πλαίσιο είναι τόσο περιοριστικό που, αν η Gisèle Pelicot είχε πάρει διαζύγιο στην Αγγλία ή την Ουαλία, η συμπεριφορά του συζύγου της –που επανειλημμένα τη νάρκωνε και προσκαλούσε αγνώστους να τη βιάσουν– πιθανότατα δεν θα είχε καμία επίπτωση στην κατανομή των οικονομικών τους.

Η άρνηση να ληφθεί σοβαρά υπόψη η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να οδηγήσει σε συνέχιση της οικονομικής βίας καθ' όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Μερικά παραδείγματα είναι η παρακράτηση κοινών κεφαλαίων, η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, η παραβίαση δικαστικών αποφάσεων, η άρνηση πληρωμής διδάκτρων και δόσεων στεγαστικού ή η παρακράτηση της διατροφής των παιδιών.

Η παρούσα κυβερνητική διαβούλευση επανεξετάζει αυτούς τους ξεπερασμένους κανόνες και προτείνει μία από τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό δίκαιο τις τελευταίες δεκαετίες.

Η διαβούλευση διαρκεί έως τις 14 Αυγούστου 2026. Η κυβέρνηση ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να ενημερωθεί για τα σχετικά ζητήματα από την ακαδημαϊκή κοινότητα, επαγγελματίες οικογενειακού δικαίου, δικαστές και ειρηνοδίκες των οικογενειακών δικαστηρίων, βουλευτές, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και απλούς πολίτες που ενδιαφέρονται για το συγκεκριμένο θέμα.

Άρθρο της Hannah Summers για το The Bureau of Investigative Journalism.

ΠΗΓΗ

Πρωτότυπος τίτλος:
New rules could ensure courts consider domestic abuse in separation settlements
Συγγραφή:
Hannah Summers
Ημ/νία δημοσίευσης:
23/07/2026
Πηγή:
The Bureau of Investigative Journalism
ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Νέοι κανόνες θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ότι τα δικαστήρια θα λαμβάνουν υπόψη την ενδοοικογενειακή βία στις διευθετήσεις μετά τον χωρισμό

Η κακοποίηση αφήνει τις γυναίκες φτωχότερες. Κι όμως, οι δικαστές που καλούνται να μοιράσουν τα χρήματα ενός ζευγαριού συχνά αδυνατούν να τη λάβουν υπόψη.

Το διαζύγιο είναι μια δύσκολη διαδικασία, και η κατανομή των οικονομικών είναι μία από τις πιο περίπλοκες και φορτισμένες πτυχές της. Οι δικαστές που καλούνται να αποφασίσουν πώς θα μοιραστούν τα χρήματα και τα περιουσιακά στοιχεία ενός ζευγαριού εξετάζουν διάφορους παράγοντες, όπως τα εισοδήματά τους και το πόσο καιρό ήταν μαζί.

Ωστόσο, είναι εξαιρετικά σπάνιο οι καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας να λαμβάνονται υπόψη σε αυτές τις ακροάσεις για οικονομική αποκατάσταση. Η ισχύουσα νομοθεσία επιτρέπει μεν στον δικαστή να συνυπολογίσει την κακοποίηση, αλλά πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις έχουν θέσει πολύ υψηλά τον πήχη για να συμβεί αυτό στην πράξη. Κι αν συμβεί, εναπόκειται στο θύμα να αποδείξει ότι έχει επηρεαστεί.

Αυτό ενδέχεται να αλλάξει χάρη σε προτάσεις που θα μεταμόρφωναν αυτή την ξεπερασμένη προσέγγιση – και θα επεκτείνουν τους νέους κανόνες ώστε να καλύπτουν και ζευγάρια που συζούν χωρίς να είναι παντρεμένα.

Το ζήτημα του κατά πόσον η οικονομική και σωματική βία και ο εξαναγκαστικός έλεγχος (coercive control) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τους δικαστές αποτελεί μία πτυχή αυτού που ένας διακεκριμένος δικαστής έχει αποκαλέσει «δυνητικά τεράστια» αναθεώρηση του τρόπου διεξαγωγής αυτών των ακροάσεων στην Αγγλία και την Ουαλία.

Οι ακτιβίστριες/-ές λένε ότι τα θύματα δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να αποδεικνύουν ότι έχουν επηρεαστεί οικονομικά – και υπάρχει ήδη ένα σύνολο στοιχείων που δείχνει ότι η ενδοοικογενειακή βία οδηγεί σε χειρότερα οικονομικά αποτελέσματα. Το Υπουργείο Εσωτερικών (Home Office) δημοσίευσε έρευνα το 2019 που έδειχνε ότι η άδεια από την εργασία λόγω ενδοοικογενειακής βίας κοστίζει στη βρετανική οικονομία 14 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως.

Νέα δικαιώματα για μη παντρεμένα ζευγάρια

Περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια ζευγάρια στην Αγγλία και την Ουαλία συζούν χωρίς να είναι παντρεμένα ή σε σύμφωνο συμβίωσης, κι όμως έχουν πολύ περιορισμένη οικονομική προστασία αν λήξει η σχέση τους.

Επί του παρόντος, όταν λήγει ένας γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης, τα οικογενειακά δικαστήρια μπορούν να εκδώσουν αποφάσεις για την κατανομή περιουσίας και χρημάτων. Ωστόσο, δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη για όσους απλώς συζούν.

Προτείνεται πλέον –όπως ισχύει εδώ και καιρό στη Σκωτία– αυτά τα ζευγάρια να έχουν πρόσβαση στις ίδιες επιλογές με τα ζευγάρια που χωρίζουν. Σύμφωνα με τα σχέδια της κυβερνητικής διαβούλευσης, τα μη παντρεμένα ζευγάρια που συζούν θα προστατεύονται επίσης καλύτερα αν ο/η σύντροφός τους πεθάνει χωρίς νομικά έγκυρη διαθήκη.

Μιλώντας σε διαδικτυακό σεμινάριο για νομικούς, ο δικαστής Edward Hess δήλωσε ότι η διαβούλευση παρουσιάζει μια «δυνητικά τεράστια και συναρπαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα οικονομικά των ζευγαριών που χωρίζουν».

Η Mandip Ghai, ανώτερη νομική σύμβουλος στην οργάνωση Rights of Women, λέει ότι η προσέγγιση των οικογενειακών δικαστηρίων απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία σε οικονομικές υποθέσεις είναι «σοκαριστικά ξεπερασμένη».

«Η ενδοοικογενειακή βία έχει επιπτώσεις που διαρκούν μια ζωή, μεταξύ άλλων στην ικανότητα των γυναικών να εργάζονται και να αποταμιεύουν για το μέλλον. Κι όμως, σπάνια λαμβάνεται υπόψη όταν διευθετούνται τα οικονομικά μετά τον χωρισμό», είπε.

«Η αναγνώριση των επιπτώσεων της κακοποίησης θα βοηθήσει τα δικαστήρια να καταλήγουν σε πιο δίκαιες αποφάσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιζωσών και μειώνουν τον κίνδυνο να συνεχιστεί η οικονομική αδικία και μετά την υπόθεση».

Η απόδειξη του αντίκτυπου

Επί του παρόντος, τα δικαστήρια μπορούν να λάβουν υπόψη οποιαδήποτε συμπεριφορά «θα ήταν άδικο να αγνοηθεί» κατά την κατανομή περιουσιακών στοιχείων.

Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την ενδοοικογενειακή βία. Ωστόσο, προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις έχουν θέσει πολύ υψηλό πήχη ώστε να ληφθεί υπόψη: ο δικαστής πρέπει να πειστεί ότι η συγκεκριμένη κακοποίηση είναι «εξαιρετικά ασυνήθιστη». Η δικηγόρος οικογενειακού δικαίου Anita Mehta λέει ότι κάτι τέτοιο είναι «σχεδόν αδύνατο».

Και ακόμα κι αν ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο, το άτομο πρέπει στη συνέχεια να αποδείξει ότι η κακοποίηση το έχει επηρεάσει οικονομικά. Και πάλι, αυτό σπάνια είναι απλό.

«Εκτός κι αν πρόκειται για υπόθεση όπου, για παράδειγμα, μια σωματική επίθεση έχει σημάνει ότι κάποιος/-α δεν μπορεί πλέον να κάνει τη δουλειά του/της, είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί ότι η κακοποίηση είχε οικονομικό αντίκτυπο», λέει η Anita Mehta, δικηγόρος οικογενειακού δικαίου.

«Όμως η κοινή λογική και η έρευνα, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας του Πανεπιστημίου του Bristol, μας δείχνουν πλέον ότι η κακοποίηση σχεδόν πάντα έχει οικονομικές συνέπειες», προσθέτει.

Η Olivia Piercy, εταίρος στη δικηγορική εταιρεία Hunter's Law, η οποία εδώ και πάνω από δύο χρόνια εκστρατεύει για τη μεταρρύθμιση, μας είπε: «Είμαστε αναγκασμένοι/-ες να λέμε στους/στις πελάτες μας: ξέρουμε ότι έχετε βιαστεί και κακοποιηθεί, αλλά αν προσπαθήσετε να επικαλεστείτε επιχείρημα συμπεριφοράς, δεν θα πετύχετε και ενδέχεται να τιμωρηθείτε πληρώνοντας τα δικαστικά έξοδα του/της κακοποιητή/-τριάς σας».

Λέει ότι το ισχύον πλαίσιο είναι τόσο περιοριστικό που, αν η Γαλλίδα επιζώσα και ακτιβίστρια Gisèle Pelicot είχε πάρει διαζύγιο στην Αγγλία ή την Ουαλία, η συμπεριφορά του συζύγου της –που επανειλημμένα τη νάρκωνε και προσκαλούσε αγνώστους να τη βιάσουν– πιθανότατα δεν θα είχε καμία επίπτωση στην κατανομή των οικονομικών τους.

Είπε επίσης ότι η άρνηση να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά ενός κακοποιητή μπορεί να οδηγήσει σε συνέχιση της οικονομικής κακοποίησης καθ' όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει παρακράτηση κοινών κεφαλαίων, απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, παραβίαση δικαστικών αποφάσεων, άρνηση πληρωμής διδάκτρων και δόσεων στεγαστικού ή παρακράτηση διατροφής παιδιών.

Η κυβερνητική διαβούλευση θέτει ερωτήματα σχετικά με τη συμπεριφορά, μεταξύ άλλων για το σε ποιο βαθμό η κακοποίηση θα πρέπει να επηρεάζει την κατανομή περιουσιακών στοιχείων όταν χωρίζουν παντρεμένα ή συζούντα ζευγάρια.

Μια λύση, που προτείνεται από την ομάδα οικογενειακού δικαίου Resolution, θα μπορούσε να είναι να προσδιοριστεί η ενδοοικογενειακή βία στη λίστα των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο δικαστής – εκτός αν είναι δίκαιο να αγνοηθεί.

«Αυτό θα μετέθετε το βάρος της απόδειξης από τις επιζώσες/-ντες –που τώρα πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν βρεθεί σε οικονομικά μειονεκτική θέση– στους/στις δράστες, οι οποίοι/-ες θα έπρεπε να αποδείξουν ότι θα ήταν άδικο να ληφθεί υπόψη η κακοποίηση», λέει η Mehta.

Υψηλός πήχης

Σε έρευνα του 2024, το 80% από τους/τις 526 επαγγελματίες οικογενειακού δικαίου σε όλη τη χώρα συμφώνησαν ότι η ενδοοικογενειακή βία δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη σε αυτές τις υποθέσεις.

Κι όμως, λέει η Piercy, ο υψηλός πήχης για να ληφθεί υπόψη μια συμπεριφορά από τον δικαστή έχει τεθεί από «μια ομάδα δικηγόρων από πολυτελή δικηγορικά γραφεία του Λονδίνου που εκπροσωπούν πολύ πλούσια μέρη σε υποθέσεις με μεγάλα χρηματικά ποσά.»

«Έχουν πολύ περιορισμένη επαφή με την ενδοοικογενειακή βία και τη μακροχρόνια βλάβη που προκαλεί», λέει. «Δεν είναι κακοί άνθρωποι, αλλά δεν το αντιλαμβάνονται και έχουν συνηθίσει να λένε ότι δεν είναι σχετικό».

Ορισμένοι/-ες υποστηρίζουν ότι οι ανάγκες των θυμάτων κακοποίησης ήδη λαμβάνονται υπόψη βάσει των υπαρχόντων κριτηρίων. Ως επικεφαλής δικαστής σε τέτοιου είδους υποθέσεις, ο Mr Justice Peel δήλωσε σε δικαστική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 2024 ότι, αν ένα μέρος έχει μειωμένη ικανότητα να κερδίζει εισόδημα, αυτό θα ληφθεί υπόψη και θα αντικατοπτριστεί στη διευθέτηση, ανεξάρτητα από το αν η αιτία ήταν η κακοποίηση ή όχι.

Η Mehta λέει ότι αυτή η άποψη έχει βάση, αλλά προσθέτει: «Αν ένας δικαστής βρεθεί αντιμέτωπος με δύο άτομα με ανάγκες και όχι αρκετά χρήματα για όλους, τότε, με διαπίστωση κακοποίησης, ο δικαστής θα μπορούσε να δώσει προτεραιότητα στις ανάγκες του θύματος έναντι των αναγκών του δράστη, με τρόπο που δεν μπορεί να κάνει σήμερα».

Ο Peel λέει ότι δεν είναι δουλειά του δικαστηρίου οικονομικής αποκατάστασης να «επιβάλλει πρόστιμο, ποινή ή αποζημίωση σε ένα μέρος για τη συμπεριφορά του» – ούτε να «ηθικολογεί ή να κατανέμει ευθύνες για το πώς συμπεριφέρθηκαν τα μέρη μεταξύ τους».

Η Piercy όμως λέει ότι είναι σημαντικό να διαχωρίζεται η ενδοοικογενειακή βία από άλλες μορφές παραπτώματος, όπως μια απιστία. «Δεν πρόκειται για τη δημιουργία ενός δικαστηρίου ηθικής. Η ενδοοικογενειακή βία είναι ποινικό αδίκημα».

Τι ακολουθεί

  • Η διαβούλευση διαρκεί έως τις 14 Αυγούστου. Η κυβέρνηση ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να ακούσει ακαδημαϊκούς/-ές, επαγγελματίες οικογενειακού δικαίου, δικαστές και ειρηνοδίκες των οικογενειακών δικαστηρίων, βουλευτές, οργανώσεις υποστήριξης και μέλη του κοινού που ενδιαφέρονται για το δίκαιο σχετικά με τα συζούντα ζευγάρια και την οικονομική πρόβλεψη κατά το διαζύγιο στην Αγγλία και την Ουαλία.
  • Η κυβέρνηση προτείνει οι σύντροφοι που συζούν να πρέπει να έχουν ζήσει μαζί για τουλάχιστον τρία χρόνια ή να έχουν κοινό παιδί για να έχουν πρόσβαση στο πλαίσιο. Τα δικαστήρια πρέπει επίσης να πειστούν ότι τα ζευγάρια βρίσκονται σε μια σταθερή οικογενειακή σχέση.
  • Η κυβέρνηση θα εξετάσει προσεκτικά τα ευρήματα της διαβούλευσης πριν οριστικοποιήσει την πολιτική της. Οι τελικές μεταρρυθμίσεις θα εφαρμοστούν στη συνέχεια όποτε το επιτρέψει ο κοινοβουλευτικός χρόνος.

Δημοσιογράφος: Hannah Summers Επιμελήτρια, Bureau Local: Gareth Davies Επιμελητής παραγωγής: Alex Hess Αναπληρώτρια αρχισυντάκτρια: Chrissie Giles Αρχισυντάκτης: Franz Wild

Εγγραφείτε στο newsletter του stopchildabuse.gr

για να λαμβάνετε ενημερώσεις για άρθρα, νέα και δράσεις της καμπάνιας,