Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

«Θα προστατέψω τα παιδιά μου»

Μία ακόμη μητέρα που διώκεται ποινικά επειδή προσπαθεί να προστατεύσει τα παιδιά της.

«Θα προστατέψω τα παιδιά μου»

«Δύο μικρά παιδιά ζωγραφίζουν στην άμμο"» Πηγή: openverse.org. Άδεια χρήσης CC BY 2.0.

Δημοσίευση: 13 Αυγούστου 2026

© stopchildabuse.gr

Σε αυτή τη συνέντευξη της δημοσιογραφικής ομάδας The Manifold, ακούμε μια γυναίκα να αφηγείται δεκαπέντε και πλέον χρόνια σχέσης με ενδοοικογενειακή βία και οκτώ χρόνια δικαστικού αγώνα. Η ιστορία αυτή έχει πολλά κοινά σημεία με άλλες υποθέσεις που έχουν καταλήξει στην ποινική δίωξη της μητέρας επειδή προσπάθησε να προστατεύσει τα παιδιά της. Ξεκινάει με λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία εντός της σχέσης και αργότερα καταγγελίες σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών. Συνεχίζει με θεσμική βία: πραγματογνώμονες που δεν εφαρμόζουν το πρωτόκολλο, αστυνομική αυθαιρεσία και εισαγγελείς που αρχειοθετούν υποθέσεις παρά τα στοιχεία. Ένα ακόμη κοινό μοτίβο είναι η οργάνωση του πατέρα σε ομάδες άλλων, καταγγελλόμενων για την κακοποίηση των παιδιών τους, πατεράδων. Αυτή η ιστορία αναδεικνύει, επιπλέον, ένα προβληματικό μοτίβο θεσμικής μεροληψίας υπέρ του καταγγελλόμενου γονέα και τα ελλείμματα του συστήματος παιδικής προστασίας, τα οποία θα εξετάσουμε σε αντιπαραβολή με το Πρωτόκολλο Διερεύνησης Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης - Παραμέλησης Παιδιών (εφεξής Πρωτόκολλο).

Η ιστορία εν συντομία

Η γυναίκα γνώρισε τον σύντροφο της το 2007, παντρεύτηκαν το 2009, και απέκτησαν δύο παιδιά, μία κόρη, το 2010, και αργότερα έναν γιο. Από νωρίς στον γάμο, περιγράφει ότι της ασκούσε λεκτική και ψυχολογική βία, ενώ εξαφανιζόταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα και την άφηνε να φροντίζει μόνη της τα παιδιά. Τον Νοέμβριο του 2016 την ξυλοκόπησε μέσα στο σπίτι μπροστά στα παιδιά.[1] Μετά το επεισόδιο ξυλοδαρμού χώρισαν με συναινετικό διαζύγιο, επειδή η μητέρα δεν ήθελε να υποβάλλει τα παιδιά σε μια επώδυνη δικαστική αντιδικία.

Η ελεγκτική και βίαιη συμπεριφορά του πατέρα επιδεινώθηκε μετά τον χωρισμό. Συκοφαντούσε συστηματικά τη μητέρα και τους συγγενείς από την μητρική γραμμή στα παιδιά ενώ η στάση του γινόταν ολοένα πιο εχθρική. Τον Σεπτέμβριο του 2018, τα ίδια τα παιδιά (τότε 8 και 5,5 ετών) αποκάλυψαν ότι ο πατέρας και η γιαγιά –η μητέρα του– τα ακουμπούσαν με ανάρμοστο τρόπο.

Ακολούθησε μια οκταετής περιπέτεια με τους θεσμούς. Η Εισαγγελία Ανηλίκων αρνήθηκε επανειλημμένα να στηρίξει και να καθοδηγήσει τη μητέρα ενώ η πρώτη αξιολόγηση καθυστέρησε έξι μήνες. Στη συνέχεια ήρθε η αντιφατική πραγματογνωμοσύνη —που η ίδια περιγράφει ως «κατά 99,9% δοξολογία του πατέρα»— η αρχειοθέτηση της μήνυσης της, νέα αίτηση επιμέλειας από τον πατέρα ακριβώς όταν ψηφίστηκε ο νόμος για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, και τελικά, η ποινική δίωξη εναντίον της ίδιας ως «ηθικής αυτουργού», στο πλαίσιο της ευρύτερης υπόθεσης εναντίον της ψυχολόγου της Ελληνικής Αστυνομίας.

«όταν ζήτησα βοήθεια πια, μου δώσανε να διαβάσω κάποια πράγματα και έμαθα για τον κύκλο της βίας, και αμέσως είπα "αυτό είμαι εγώ"»

Μοτίβα στην σχέση

Ο κύκλος της βίας

Η γυναίκα περιγράφει έναν κύκλο βίας: εντάσεις, αποχώρηση, επιστροφή με μεταμέλεια —«έχεις δίκιο, δεν θα το ξανακάνω»— και επανάληψη. Κάθε φορά τα πράγματα γίνονταν χειρότερα. Τα στάδια του κύκλου της βίας έχουν τεκμηριωθεί στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία.[2] Το αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι η ίδια αναγνώρισε το μοτίβο μέσα από τη βιβλιογραφία, αφότου ζήτησε βοήθεια: «μου δώσανε να διαβάσω κάποια πράγματα και έμαθα για τον κύκλο της βίας, και αμέσως είπα, αυτό είμαι εγώ».

Gaslighting απέναντι στην μητέρα

Εκτός από τη σωματική και λεκτική βία, η συμπεριφορά του απέναντι της περιλάμβανε συστηματική διαστρέβλωση της πραγματικότητας.[3] Μετά από ένα τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε επειδή εκείνος παραβίασε την πινακίδα STOP και δεν κρατούσε απόσταση ασφαλείας, τόσο ο ίδιος όσο και οι γονείς του κατηγορούσαν εκείνη ως υπαίτια — της έλεγαν ότι εκείνη «τράκαρε» το αυτοκίνητο. Αφότου την ξυλοκόπησε τον Νοέμβριο του 2016, άρχισε σταδιακά να ισχυρίζεται στην ίδια, στα παιδιά και σε τρίτους το ακριβώς αντίστροφο — ότι εκείνη τον είχε χτυπήσει. «Γιατί τα λες αυτά τα ψέματα», του έλεγε εκείνη, χωρίς ποτέ να λάβει εξήγηση. Αυτή η αντιστροφή δράστη-θύματος είναι μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου: κάθε αρνητικό γεγονός στη σχέση —η απόλυσή του, το ατύχημα, ακόμη και η δική του κακοποιητική συμπεριφορά— επαναπροσδιοριζόταν έτσι ώστε η ευθύνη να βαραίνει πάντα εκείνη.

Έλεγχος μέσω διατροφής και αμφισβήτησης της ιατρικής φροντίδας των παιδιών

Πριν από το επεισόδιο ξυλοδαρμού, η ελεγκτική συμπεριφορά του εκδηλωνόταν και γύρω από το σώμα και την υγεία των παιδιών: άρνηση εμβολιασμών, αμφισβήτηση φαρμάκων, επιβολή διατροφικών απόψεων ενάντια στις οδηγίες της παιδιάτρου. Ο έλεγχος πρόσβασης στην ιατρική φροντίδα ενός συντρόφου ή των παιδιών του είναι αναγνωρισμένη μορφή εξαναγκαστικού ελέγχου.[4] Μετά τον χωρισμό, αυτή η συμπεριφορά επιδεινώθηκε, φτάνοντας στην ψυχολογική τρομοκράτηση των παιδιών σε σχέση με τη διατροφή και τον θάνατο.

Η διαγενεακή μετάδοση της βίας

Ο πατέρας των παιδιών αποκάλυψε στη σύζυγό του ότι είχε μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου υπήρχε ενδοοικογενειακή βία: ο πατέρας του χτυπούσε τη μητέρα του. Αργότερα, η πεθερά της της εκμυστηρεύτηκε ότι αναγνώριζε στη συμπεριφορά του γιου της ό,τι είχε ζήσει η ίδια στον δικό της γάμο. Η διαγενεακή μετάδοση της ενδοοικογενειακής βίας —το ότι η έκθεση ενός παιδιού σε βία ανάμεσα στους γονείς του αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα αναπαραγωγής αντίστοιχης συμπεριφοράς ή ανοχής σε αυτήν στην ενήλικη ζωή— είναι από τα πλέον τεκμηριωμένα ευρήματα στη σχετική βιβλιογραφία.[5] Σε μεταγενέστερη φάση, τα παιδιά αποκάλυψαν ότι και η γιαγιά από την πατρική γραμμή —όχι μόνο ο πατέρας— τα ακουμπούσε με ανάρμοστο τρόπο.

Ριζοσπαστικοποίηση και συνωμοσιολογία ως μηχανισμός ελέγχου

Στην πορεία της συμβίωσης τους αλλά και μετά τον χωρισμό, εκείνος άρχισε να εκδηλώνει έντονες ιδεολογικές εμμονές: στην αρχή ενασχόληση με εξωγήινους, τα θεία, ακραίες διατροφικές θεωρίες. Στη συνέχεια η πολιτική: από την άκρα αριστερά σε ακροδεξιά ρητορική την περίοδο ανόδου της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή.[6] Άφηνε το βιβλίο του Χίτλερ, Ο αγών μου, μέσα στο σπίτι σε σημείο ορατό στα παιδιά και άκουγε δυνατά τις εκπομπές του Ηλία Κασιδιάρη (ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής). Όταν εκείνη διαμαρτυρήθηκε, εκείνος αντέστρεψε τους ρόλους αποκαλώντας την ίδια «φασίστρια» — ένα καθαρό παράδειγμα του μηχανισμού γνωστού ως DARVO (Denial, Attack, Reverse Victim and Offender): άρνηση, επίθεση, και αντιστροφή των ρόλων θύματος-θύτη.[7]

Μετά τον χωρισμό και την ψήφιση του νόμου για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, ο πατέρας οργανώθηκε σε ομάδες «πατρικών δικαιωμάτων»: ομάδες καταγγελλόμενων ανδρών που, όπως περιγράφει η δημοσιογράφος της συνέντευξης, αναδύθηκαν με αφορμή τον νόμο, εμφανίζονται οργανωμένα σε δίκες άλλων καταγγελλόμενων πατέρων και δρουν εκφοβιστικά μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες. Η διαδρομή αυτή —από τις ατομικές εμμονές στη συλλογική οργάνωση γύρω από την ταυτότητα του «αδικημένου»— εξετάζεται παρακάτω στην ανάλυση του μοτίβου της οργανωμένης παρενόχλησης στα δικαστήρια.

«μαμά, θα γίνω χοντρός και θα πεθάνω»

Μοτίβα στην παιδική κακοποίηση

Ψυχολογική τρομοκράτηση μέσω διατροφικών εμμονών

Η προσωπική του εμμονή με τη διατροφή επεκτάθηκε στα παιδιά με τρόπο που η μητέρα περιγράφει ως τρομοκράτηση. Αποκαλούσε τα παιδιά «ηλίθια, χοντρά, γουρούνια» επειδή έτρωγαν λάδι, γαλακτοκομικά και κρέας. Τους έδειχνε βίντεο σφαγείων ακατάλληλα για την ηλικία τους, τα πήγαινε σε κρεοπωλεία όπου τους έδειχνε τα σφαγμένα ζώα και τους έλεγε «έτσι είναι ο θάνατος». Εργαλειοποίησε μάλιστα την διάγνωση καρκίνου του παππού τους, για να πείσει τα παιδιά ότι θα έχαναν τους αγαπημένους τους αν έτρωγαν συγκεκριμένες τροφές. Ο γιος της, πέντε ετών τότε, της έλεγε κλαίγοντας «μαμά, θα γίνω χοντρός και θα πεθάνω». Τα παιδιά σταμάτησαν να τρώνε και είχαν αποκτήσει διατροφικές διαταραχές. Η μητέρα αναγκάστηκε να βρει διαιτολόγο για να τα βοηθήσει να τις ξεπεράσουν.

«Φύγετε απ' τη μαμά σας, που δεν σας φέρεται καλά και δεν σας φροντίζει καλά, κι ελάτε να μείνετε εδώ, σε μένα, με τη γιαγιά σας που σας αγαπάει πολύ και θα σας μεγαλώσει εκείνη»

Όταν ο δράστης διαβάλλει στο παιδί τον γονέα που το προστατεύει

Η μητέρα αναφέρει δύο περιστατικά, που συνέβησαν ενώ τα παιδιά έμεναν με τον πατέρα, που την έκαναν να νιώσει μεγάλη ανασφάλεια σε σχέση με το επίπεδο της φροντίδας που εκείνος μπορούσε να τους παρέχει. Τον Ιούνιο του 2018, η κόρη γύρισε από τη θάλασσα καμμένη από τον ήλιο σε όλο της το σώμα. Ο πατέρας δεν της είχε βάλει αντηλιακό, επικαλούμενος ότι τα αντηλιακά είναι καρκινογόνα. Λίγο αργότερα, η κόρη επέστρεψε με σπασμένα τα μπροστινά της δόντια, έπειτα από πτώση με πατίνι σε δάπεδο εμπορικού κέντρου όπου η χρήση τροχήλατων απαγορευόταν ρητά. Ο πατέρας δεν την πήγε ο ίδιος στον γιατρό, ούτε καν ενημέρωσε τη μητέρα — έμαθε τι είχε συμβεί μόνο όταν το παιδί δεν επέστρεψε στην ώρα του. Το ίδιο βράδυ, ο μικρότερος γιος της είχε γυρίσει με τα δύο γόνατα γδαρμένα από ανάλογο ατύχημα, χωρίς κανείς να τον έχει φροντίσει.

Παρά τη δική του αμέλεια σε αυτά και άλλα περιστατικά, ο πατέρας δεν ανέλαβε ποτέ ευθύνη. Αντιθέτως, στράφηκε συστηματικά εναντίον της μητέρας και των συγγενών της, κατηγορώντας τους μπροστά στα παιδιά για αδιαφορία και κακή φροντίδα — την ίδια στιγμή που εκείνος αγνοούσε στοιχειώδεις οδηγίες ασφαλείας και ιατρικές συστάσεις. Μάλιστα είπε στα παιδιά ανοιχτά «Φύγετε απ' τη μαμά σας, που δεν σας φέρεται καλά και δεν σας φροντίζει καλά, κι ελάτε να μείνετε εδώ, σε μένα, με τη γιαγιά σας που σας αγαπάει πολύ και θα σας μεγαλώσει εκείνη.»

Είναι μια αντιστροφή που επαναλαμβάνεται συχνά σε τέτοιες υποθέσεις: ο ίδιος γονέας που αργότερα θα κατηγορήσει τη μητέρα για «γονική αποξένωση» είναι στην πραγματικότητα εκείνος που τη διαβάλλει στα παιδιά.[8]

«εγώ ήθελα απλώς να ακούσω "μαμά είμαστε καλά"»

Όταν ο δράστης δεν επιτρέπει στο παιδί να επικοινωνεί με τον γονέα που το προστατεύει

Όσο τα παιδιά βρίσκονταν στο σπίτι του πατέρα τους, εκείνος δεν επέτρεπε καμία επαφή με τη μητέρα — δεν ήθελε να μιλάει ούτε ο ίδιος μαζί της, ούτε τα παιδιά. Τον Αύγουστο του 2018 εκείνη αγόρασε στην κόρη της ένα απλό κινητό τηλέφωνο, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν όσο το παιδί έμενε στο πατρικό σπίτι. Ο πατέρας και η γιαγιά το έπαιρναν από το παιδί και έσβηναν τις αποθηκευμένες επαφές, με αποτέλεσμα η κόρη να μην έχει τρόπο να καλέσει τη μητέρα της.[9] Σε ένα περιστατικό τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η γιαγιά πήρε το τηλέφωνο από την κόρη και το κράτησε μακριά της ενώ το παιδί ζητούσε επίμονα να μιλήσει στη μητέρα του — κάτι που, όπως είπε αργότερα η ίδια η κόρη, της προκάλεσε μεγάλη στεναχώρια («με κορόιδευε»). Όταν η μητέρα τηλεφώνησε στη γιαγιά να ρωτήσει γιατί δεν δίνει το τηλέφωνο στο παιδί, εκείνη της απάντησε βρίζοντας.

«η γιαγιά και ο μπαμπάς μας πειράζουν»

Η αποκάλυψη

Τον Σεπτέμβριο του 2018, ο γιος της, 5,5 ετών, της είπε αυθόρμητα στην κουζίνα ότι «η γιαγιά και ο μπαμπάς μας πειράζουν», συνοδεύοντας τα λόγια του με μια κίνηση στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Η κόρη της, τότε 8 ετών, επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του αδελφού της και έκανε στη μητέρα της μια σωματική αναπαράσταση αυτού που περιέγραφε ότι της συνέβαινε. Και τα δύο παιδιά, σύμφωνα με τη μητέρα, είχαν αντιδράσει σωματικά —με κλωτσιά— ενάντια στο πρόσωπο που τα άγγιζε, χωρίς να έχουν μιλήσει μεταξύ τους γι' αυτό προηγουμένως.

Σωματοποίηση του τραύματος

Στους μήνες και τα χρόνια που ακολούθησαν, η κόρη της εμφάνισε τρόμο στα άνω άκρα, αϋπνία –ενώ η μητέρα περιγράφει πως ήταν παιδί που κοιμόταν μόνο του από τριών μηνών– αλωπεκία από το άγχος, και επεισόδια λιποθυμικού τύπου, χωρίς οι εξετάσεις που έκανε στο νοσοκομείο Παίδων να δείξουν κάποιο παθολογικό εύρημα. Της χορηγήθηκε τελικά αγωγή SSRI παράλληλα με εβδομαδιαία ψυχοθεραπεία. Η σωματοποίηση του ψυχολογικού τραύματος σε παιδιά, ιδίως μέσα από την επαναλαμβανόμενη θεσμική αμφισβήτηση της μαρτυρίας τους, είναι τεκμηριωμένη στη σχετική βιβλιογραφία.

Εκτός από τις καταγγελίες για ασέλγεια, τα παιδιά είχαν βιώσει, ως μάρτυρες, ενδοοικογενειακή βία κατά της μητέρας τους μέσα στο σπίτι. Στο Πρωτόκολλο επισημαίνεται ότι ακόμα κι όταν τα παιδιά δεν είναι τα ίδια θύματα, «το γεγονός ότι αποτελούν μάρτυρες της βίας ανάμεσα στους γονείς/φροντιστές έχει συνήθως αρνητικές συνέπειες στη συναισθηματική ανάπτυξή τους».[10]

«εσείς οι γυναίκες υποβάλλετε μηνύσεις και μετά τις παίρνετε πίσω»

Μοτίβα αστυνομικής αυθαιρεσίας

Σύμφωνα με το Πρωτοκόλλο, ο ρόλος της αστυνομίας είναι να «συλλέγει όλα εκείνα τα στοιχεία προκειμένου να διαπιστωθεί αν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα». Στην συγκεκριμένη ιστορία, παρότι η αστυνομία εμπλεκόταν σε κάθε φάση –στην καταγγελία του ξυλοδαρμού το 2016, στις κυριακάτικες επικοινωνίες και στα δικαστήρια– ενήργησε αντίθετα από τις υποχρεώσεις του θεσμικού της ρόλου. Αντί να προσφέρει προστασία, έδειξε δυσπιστία απέναντι στο θύμα, το αποθάρρυνε από το να καταγγείλει και δεν κατέγραψε όσα όφειλε.

Έμφυλη διάκριση: η δυσπιστία της αστυνομίας απέναντι στις γυναίκες

Όταν κατήγγειλε την πρώτη σωματική επίθεση το 2016, ο αξιωματικός υπηρεσίας της είπε αυτολεξεί: «εσείς οι γυναίκες υποβάλλετε μηνύσεις και μετά τις παίρνετε πίσω», προτείνοντάς της να «βγει έξω να το σκεφτεί» πριν καταθέσει επίσημα. Η ίδια συμπεριφορά καταγράφεται σε πολλές παρόμοιες ιστορίες: δεν πρόκειται για μεμονωμένη ατυχή στιγμή ενός αστυνομικού, αλλά για ριζωμένη θεσμική δυσπιστία απέναντι σε γυναίκες που καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή βία. Ο ίδιος αξιωματικός επικαλέστηκε ως επιχείρημα ότι το αδίκημα διώκεται αυτεπαγγέλτως για να την αποτρέψει από το να καταθέσει, αντιστρέφοντας πλήρως τη λογική του νόμου.

Ο νόμος για την ενδοοικογενειακή βία προβλέπει επιπλέον ότι οι αστυνομικές αρχές υποχρεούνται να ενημερώνουν το θύμα για τους αρμόδιους φορείς, ώστε «να παρασχεθεί αμέσως η απαραίτητη υποστήριξη και ενίσχυση».[11] Σε αυτήν την ιστορία, δεν έγινε καμία αντίστοιχη ενημέρωση.

«η μάνα δε δίνει τα παιδιά»

Αστυνομία που φοβάται να καταγράψει τη βούληση των παιδιών

Σε μεταγενέστερο στάδιο, τα παιδιά αρνούνταν συστηματικά να ακολουθήσουν τον πατέρα τους σε προγραμματισμένη επικοινωνία. Εκείνος καλούσε την αστυνομία επιτόπου, αλλά οι αστυνομικοί είτε δεν κατέγραφαν την άρνηση των παιδιών — ή, χειρότερα, κατέγραφαν ότι «η μάνα δε δίνει τα παιδιά». Ένας αξιωματικός τής εξήγησε ανοιχτά τον λόγο: οι αστυνομικοί φοβούνται μη μηνυθούν οι ίδιοι από τον πατέρα αν καταγράψουν τη βούληση των παιδιών. Η επιλεκτική ή διαστρεβλωμένη καταγραφή είναι συχνή πρακτική σε παρόμοιες ιστορίες και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ρόλο που το πρωτόκολλο αναθέτει στον αστυνομικό: να συλλέγει τα στοιχεία και να τα καταγράφει ώστε να μπορεί να κριθεί αν στοιχειοθετείται αδίκημα.[12]

Αδράνεια μπροστά σε αξιόποινες πράξεις

Η δημοσιογράφος φωτογραφήθηκε παράνομα από τον πρώην σύζυγο της γυναίκας έξω από αίθουσα του ΜΟΔ, σε άλλη υπόθεση, και ζήτησε επιτόπου τη συνδρομή ενός αστυνομικού που ήταν στον χώρο. Ο αστυνομικός κινήθηκε αργά και απρόθυμα χωρίς αποτέλεσμα — σύμφωνα με τα λόγια της δημοσιογράφου «προσποιήθηκε ότι πάει να τον πιάσει, εγώ έτρεχα γρηγορότερα».

«Μαμά, μου είπε ότι λέω ψέματα»

Μοτίβα θεσμικής αποτυχίας

Πραγματογνώμονες με ανακριτική συμπεριφορά

Πριν την πραγματογνωμοσύνη, τα παιδιά πήγαν στο κέντρο που είχε ζητήσει η μητέρα να γίνει η εκτίμηση. Η αντιμετώπιση ήταν απαράδεκτη. Η κόρη, που εξετάστηκε πρώτη, βγήκε κλαίγοντας: «Μαμά, μου είπε ότι λέω ψέματα.» Το παιδί δεν μπορούσε να ηρεμήσει — χρειάστηκε περίπου μισή ώρα, με τη βοήθεια και της γιαγιάς, μέχρι να καταφέρει η μητέρα να το ησυχάσει. Ο γιος εξετάστηκε για πολύ λίγη ώρα και βγήκε χωρίς να κλαίει, αλλά είπε αργότερα στο σπίτι: «Η κυρία αυτή είναι κακιά. Η κυρία αυτή είναι με τον μπαμπά.» Την ίδια συμπεριφορά επέδειξε και ο πραγματογνώμονας που όρισε το αστικό δικαστήριο σε μεταγενέστερη φάση της υπόθεσης. Αμφισβήτησε ευθέως τα παιδιά και τα έκανε να νιώσουν άσχημα — η κόρη έφυγε και πάλι κλαίγοντας.

Το επίσημο πρωτόκολλο για τη διερεύνηση υποθέσεων κακοποίησης παιδιών είναι σαφές ως προς τον ρόλο που οφείλει να έχει ο εξεταστής απέναντι σε ένα παιδί: δεν είναι «ανακριτής» ούτε «αστυνομικός».[13] Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ενός παιδιού κατά πρόσωπο —να του λέει ο ειδικός ότι λέει ψέματα— και η συμπεριφορά που το κάνει να νιώθει ότι «κρίνεται» από κάποιον ενήλικα που συντάσσεται με τον γονέα-δράστη, είναι ακριβώς αυτό που το πρωτόκολλο προειδοποιεί ότι πρέπει να αποφεύγεται, γιατί μπορεί να τρομοκρατήσει το παιδί και να πλήξει την αξιοπιστία της κατάθεσής του.

«Ο πραγματογνώμονας προχώρησε μάλιστα σε άμεση αντιπαράσταση της κόρης με τον καταγγελλόμενο πατέρα μέσα στο ίδιο δωμάτιο»

Πραγματογνώμονες με τεκμηριωμένη μεροληψία

Η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το αστικό δικαστήριο —σε έκταση περίπου 100 σελίδων— περιγράφεται από τη μητέρα ως «κατά 99,9% δοξολογία του πατέρα». Σε ένα σημείο, ο πραγματογνώμονας καταγράφει ότι το παιδί «συνεργαζόταν» κατά τη διάρκεια του καταγγελλόμενου αγγίγματος, και την επόμενη στιγμή διορθώνει τη διατύπωση, χωρίς ποτέ να εξηγήσει την αντίφαση. Ο πραγματογνώμονας προχώρησε μάλιστα σε άμεση αντιπαράσταση της κόρης με τον καταγγελλόμενο πατέρα μέσα στο ίδιο δωμάτιο. Αυτό επαναλήφθηκε και στις εποπτευόμενες επικοινωνίες του 2021-22, στο γραφείο του ίδιου πραγματογνώμονα, όπου ο πατέρας έφτασε να κουβαλά τη δικογραφία και να ζητά από την κόρη να «διαβάσει» πως οι δικαστές τον δικαίωσαν. Πρόκειται για πρακτική που το πρωτόκολλο διαχείρισης τέτοιων περιστατικών στην Ελλάδα αποκλείει ρητά.[14] Ειδικά όταν το παιδί φοβάται τον καταγγελλόμενο, το Πρωτόκολλο συνιστά συνέντευξη μέσω κλειστού κυκλώματος για να αποφευχθεί η άμεση έκθεση.

Πολλαπλές καταθέσεις, καμία καταγραφή

Τα παιδιά έχουν μιλήσει έως σήμερα σε τουλάχιστον πέντε διαφορετικούς φορείς ή ειδικούς, σε βάθος επτά ετών, και αναμένεται να ξεκινήσει νέος γύρος καταθέσεων. Παρά τα επανειλημμένα αιτήματα της μητέρας για βιντεοσκόπηση ή έστω ηχογράφηση, καμία από τις καταθέσεις αυτές δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, παρότι το Πρωτόκολλο προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία καταγραφής της συνέντευξης [15] και αναγνωρίζει ρητά την αποφυγή της επαναθυματοποίησης ως δικαίωμα του παιδιού. Μάλιστα, διευκρινίζει πως ούτε καν η ανάγκη του δικαστηρίου για πληροφορίες δεν δικαιολογεί την επανειλημμένη έκθεση ενός παιδιού σε νέες εξετάσεις.[16]

Ανισότητα πρόσβασης στο Σπίτι του Παιδιού

Παρότι η οικογένεια διαμένει διοικητικά στον Πειραιά, σε απόσταση ελάχιστων λεπτών από το Σπίτι του Παιδιού Αθήνας και Πειραιά, και παρότι γνωρίζει περίπτωση παιδιού από τη Θεσσαλονίκη που παραπέμφθηκε εκεί, τα δικά της παιδιά έχουν επανειλημμένα αποκλειστεί από αυτή τη διαδικασία, μετά από αιτήσεις του πατέρα, χωρίς ποτέ να δοθεί εξήγηση. Αντ' αυτού, οι εξετάσεις γίνονται σε ιδιωτικό, μη τυποποιημένο πλαίσιο.

«Τουλάχιστον δεν βρήκε υποβολή από μένα, ότι εγώ είπα στα παιδιά να πουν αυτά τα πράγματα — πάλι καλά. Το ερώτημα είναι: αφού εγώ δεν τα είπα, από πού προέκυψαν; Τα είδαν στον ύπνο τους; Τα φαντάστηκαν; Τι συμβαίνει;»

Αρχειοθέτηση: όταν η υπόθεση κλείνει πριν καν φτάσει σε δικαστήριο

Η εισαγγελία αρχειοθέτησε τη μήνυση της μητέρας για την κακοποίηση των παιδιών και η έφεση της απορρίφθηκε από την Εφέτη Εισαγγελέα με σχεδόν πανομοιότυπη αιτιολόγηση με αυτήν της αρχειοθέτησης, παρά την τεχνική έκθεση που υποστήριζε την αξιοπιστία των παιδιών και παρά την αντιφατική πραγματογνωμοσύνη που έκρινε ότι τα παιδιά δεν ήταν υποβόλιμα από τη μητέρα. Η υπόθεση δεν έφτασε καν στο δικαστήριο.

Δικαστική χρονική αλληλουχία εναντίον της μητέρας

Ο ίδιος εισαγγελέας που χειρίζεται την υπόθεση της ψυχολόγου της Ελληνικής Αστυνομίας ανέστειλε την απόφαση για το αν η μητέρα πρέπει να παραπεμφθεί ως ηθική αυτουργός, περιμένοντας την έκβαση ξεχωριστής μήνυσης του πατέρα εναντίον της, για ψευδή κατάθεση. Όταν εκείνη αθωώθηκε, ο ίδιος εισαγγελέας άσκησε αμέσως έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης. Η αλληλουχία αυτή —αναμονή μιας ευνοϊκής για τον πατέρα απόφασης, και άμεση αμφισβήτηση της δικαίωσης της μητέρας μόλις αυτή επήλθε— δείχνει κάτι περισσότερο από απλή διαδικαστική καθυστέρηση. Αξίζει εδώ να τονιστεί, ξανά, η αντίφαση ότι η μητέρα διώκεται ως ηθική αυτουργός στην υποτιθέμενη απόπειρα πλύσης εγκεφάλου των παιδιών από την ψυχολόγο της ΕΛ.ΑΣ, παρότι η αρχική πραγματογνωμοσύνη με βάση την οποία η εισαγγελέας αρχειοθέτησε το ποινικό σκέλος της υπόθεσης έκρινε ότι τα παιδιά δεν ήταν υποβόλιμα και ότι η μητέρα δεν τα είχε χειραγωγήσει να καταθέσουν αυτά που περιέγραψαν.

«Στο δικαστήριο αυτό με προπηλάκισε η ομάδα των ανδρών αυτών και ο πρώην άντρας σου, όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων, γιατί αναζητούσα να δω ποιος ήταν αυτός — ο πρώην άντρας σου με φωτογράφισε παράνομα»

Οργανωμένη παρενόχληση στα δικαστήρια

Η δημοσιογράφος της συνέντευξης, Μαρινίκη Αλεβιζοπούλου, που παρακολουθούσε άσχετη δίκη —όπου ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε 13 χρόνια για την κακοποίηση του παιδιού του— αναγνώρισε αργότερα ότι είχε φωτογραφηθεί παράνομα από τον πρώην σύζυγο της γυναίκας αυτής της ιστορίας, ο οποίος βρισκόταν εκεί μαζί με ευρύτερη ομάδα καταγγελλόμενων πατέρων. Η αστυνομία, παρά την άμεση αίτηση βοήθειας, δεν ενήργησε ουσιαστικά. Η ίδια η μητέρα, ανεξάρτητα, περιγράφει αντίστοιχο όχλο έξω από το δικό της δικαστήριο, με απειλές σε μάρτυρές της. Η οργάνωση πατεράδων καταγγελλόμενων για την κακοποίηση των παιδιών τους σε ομάδες «πατρικών δικαιωμάτων» που δρουν εκφοβιστικά μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες συνιστά μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε πολλές παρόμοιες ιστορίες.

Μια συστηματική δίωξη μητέρων;

Το πιο σοβαρό εύρημα αυτής της μαρτυρίας είναι το μοτίβο που η ανεξάρτητη δημοσιογραφική έρευνα του The Manifold έχει ήδη καταγράψει σε πολλές, άσχετες μεταξύ τους, υποθέσεις: πατέρας καταγγέλλεται από το ίδιο του το παιδί για σεξουαλική κακοποίηση, απαντά επικαλούμενος «γονική αποξένωση» και στρέφεται εναντίον της ψυχολόγου που τεκμηρίωσε την καταγγελία —ή εναντίον περισσότερων ειδικών— ενώ παράλληλα οργανώνεται, είτε πριν είτε αμέσως μετά την καταγγελία, σε ομάδα με άλλους καταγγελλόμενους πατέρες, με κοινούς δικηγόρους και κοινή νομική στρατηγική.[17] Μία από αυτές τις ομάδες, γνωστή δημοσίως ως οι «16+ πατεράδες», έχει καταθέσει επανειλημμένες αναφορές στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου εναντίον των ψυχολόγων που έχουν τεκμηριώσει καταγγελίες κακοποίησης, εμφανίζεται συλλογικά στις δίκες μελών της, και έχει εξασφαλίσει εκτεταμένη προβολή σε τηλεοπτικές εκπομπές που αναπαράγουν την εκδοχή της δίχως αντίλογο. Πρόκειται για ένα οργανωμένο, επαναλαμβανόμενο σχήμα που εφαρμόζεται συστηματικά σε πολλαπλές υποθέσεις, με στόχο μητέρες και παιδιά που κατήγγειλαν κακοποίηση.

«Δεν βλέπω κανέναν πατέρα να βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση. Έχει και μια τέτοια διάσταση, για μένα, αυτό — μια εμφυλοβία, να το πούμε κι έτσι»

Η ίδια η μητέρα ως κατηγορούμενη — έμφυλη διάκριση στη Δικαιοσύνη

Η μητέρα διώκεται ποινικά ως ηθική αυτουργός, με βάση το άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα, για την προσπάθεια να προστατέψει τα παιδιά της. «Πώς ένας άνθρωπος —μητέρα, πατέρας, δεν έχει σημασία— που προσπαθεί να προστατεύσει τα παιδιά του, και δεν έχει άλλο τρόπο να το κάνει παρά τη δικαστική οδό [...] πρέπει ξαφνικά να τον δαιμονοποιήσουμε;» ρωτά η ίδια. Παρατηρεί μάλιστα κάτι που αξίζει να καταγραφεί: ότι βλέπει μητέρες να «τρώνε όλη αυτή την κατηγορία και όλη αυτή τη λάσπη», αλλά κανέναν πατέρα σε αντίστοιχη θέση.

Επίλογος

Η μαρτυρία αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Είναι η ίδια ιστορία που επαναλαμβάνεται, με μικρές παραλλαγές, σε δεκάδες υποθέσεις: μια μητέρα, θύμα ενδοοικογενειακής βίας η ίδια, απευθύνεται στις αρμόδιες αρχές —αστυνομική, εισαγγελική, δικαστική— για να προστατεύσει τα παιδιά της. Οι αρχές αποτυγχάνουν να εφαρμόσουν όσα το ίδιο το κράτος έχει θεσπίσει ως πρωτόκολλο — συγκεκριμένες γραπτές υποχρεώσεις. Βλέπουμε αστυνομικούς να αποθαρρύνουν αντί να καταγράφουν καταγγελίες, πραγματογνώμονες να αμφισβητούν και να ανακρίνουν τα παιδιά αντί να τα ακουν, εισαγγελείς να αρχειοθετούν τη μία υπόθεση μετά την άλλη παρά την ύπαρξη στοιχείων, ή ακόμα χειρότερα, να δρουν εκδικητικά.

Παράλληλα, διαφαίνεται μια οργανωμένη πρακτική: καταγγελλόμενοι πατεράδες που συσπειρώνονται σε ομάδες, με κοινούς δικηγόρους και νομική στρατηγική, εμφανίζονται συλλογικά σε δικαστήρια άλλων μελών της ομάδας τους για επίδειξη δύναμης και στρέφονται συστηματικά εναντίον των ειδικών που τεκμηριώνουν τις καταγγελίες εναντίον τους.

Το πιο σκληρό εύρημα, ωστόσο, παραμένει η τιμωρία, τόσο της μητέρας που προσπαθεί να προστατεύσει τα παιδιά της, όσο και των παιδιών που βρήκαν το θάρρος να καταγγείλουν την κακοποίησή τους. Αφενός η μητέρα διώκεται ποινικά, αμφισβητείται, καλείται να αποδείξει ότι δεν έφταιξε η ίδια για την προσπάθειά της να προστατέψει τα παιδιά της. Αφετέρου τα παιδιά υποχρεώνονται σε επικοινωνία και συνεδρίες, ή, ακόμα χειρότερα, καταλήγουν στην επιμέλεια του γονέα που τα ίδια έχουν καταγγείλει ότι τα κακοποιεί και απομακρύνονται από τον γονέα που τα προστατεύει.

Θα ακολουθήσουν και άλλες μαρτυρίες, γιατί όσο περισσότερο ακούγονται αυτές οι φωνές, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αγνοηθούν.


Η ανεξάρτητη δημοσιογραφική ομάδα The Manifold υλοποιεί σειρά vidcast με θέμα την αντιμετώπιση από τις αρμόδιες αρχές όσων καταγγέλλουν ενδοοικογενειακή βία ή/και παιδική σεξουαλική κακοποίηση, με την υποστήριξη του Open Society Institute – Sofia και τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο του Media Resilience project.

Βίντεο YouTube

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Τα παιδιά-μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας είναι και τα ίδια θύματα. Ο Οδηγός Εφαρμογής του Πρωτοκόλλου ορίζει το «σύνδρομο του αμέτοχου θεατή» ως ειδική μορφή ψυχολογικής-συναισθηματικής κακοποίησης: «το παιδί μπαίνει στη θέση του θύματος και βιώνει το ψυχικό τραύμα σαν η βία να στόχευε εκείνο, παρόλο που το ίδιο δεν κακοποιείται σωματικά από κάποιον». Επιπλέον, κατά τον ν. 3500/2006 (άρθρο 6), η πράξη σωματικής βλάβης προς μέλος της οικογένειας που τελείται ενώπιον ανήλικου μέλους τιμωρείται ως αυτοτελές αδίκημα. Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013), Οδηγός Εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης-Παραμέλησης Παιδιών για Επαγγελματίες.
  2. Ο κύκλος της βίας, όπως τον περιέγραψε πρώτη η Lenore Walker, περιλαμβάνει τρεις φάσεις: κλιμάκωση της έντασης, το οξύ επεισόδιο κακοποίησης, και τη «φάση του μήνα του μέλιτος» όπου ο θύτης εκφράζει μεταμέλεια πριν ο κύκλος επαναληφθεί, συνήθως με μικρότερα μεσοδιαστήματα και μεγαλύτερη ένταση. Walker, L. E. (1977–78). Battered women and learned helplessness. Victimology: An International Journal, 2(3–4), 525–534.
  3. Η αντιστροφή δράστη-θύματος και η συστηματική διαστρέβλωση της πραγματικότητας που βιώνει το θύμα αποτελούν αναγνωρισμένη μορφή ψυχολογικής κακοποίησης, γνωστή ως gaslighting. Sweet, P. L. (2019). The Sociology of Gaslighting. American Sociological Review, 84(5), 851–875.
  4. Η επίσημη καθοδήγηση εφαρμογής του άρθρου 76 του Serious Crime Act 2015 (Ηνωμένο Βασίλειο) περιλαμβάνει ρητά τον έλεγχο πρόσβασης σε ιατρική φροντίδα ανάμεσα στις αναγνωρισμένες συμπεριφορές εξαναγκαστικού ελέγχου. UK Government (2015), Serious Crime Act 2015, άρθρο 76· στατιστική καθοδήγηση εφαρμογής.
  5. Ehrensaft, M. K., Cohen, P., Brown, J., Smailes, E., Chen, H., & Johnson, J. G. (2003). Intergenerational transmission of partner violence: A 20-year prospective study. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 71(4), 741–753.
  6. Η Χρυσή Αυγή καταδικάστηκε από ελληνικό δικαστήριο ως εγκληματική οργάνωση στις 7 Οκτωβρίου 2020, και η καταδίκη επικυρώθηκε οριστικά από το Εφετείο στις 4 Μαρτίου 2026.
  7. Ο όρος DARVO διατυπώθηκε από την ψυχολόγο Jennifer Freyd για να περιγράψει το μοτίβο κατά το οποίο ο θύτης αρνείται τη συμπεριφορά του, επιτίθεται στον καταγγέλλοντα, και παρουσιάζει τον εαυτό του ως το πραγματικό θύμα. Freyd, J. J. (1997). Violations of power, adaptation to abandonment, and adaptive blindness. Feminism & Psychology, 7(1), 22–32.
  8. Η θεωρία της «γονικής αποξένωσης» χρησιμοποιείται συχνά από καταγγελλόμενους γονείς εναντίον προστατευτικών γονέων σε δικαστικές διαμάχες επιμέλειας, παρότι η επιστημονική της βάση αμφισβητείται έντονα από μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας ως ιδεολογικά φορτισμένη και μεθοδολογικά προβληματική. Mercer, J. & Drew, M. (2022). Challenging Parental Alienation: New Directions for Professionals and Parents. Routledge. GREVIO (Ομάδα Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), Έκθεση αξιολόγησης (baseline evaluation report) για την Ελλάδα, 14 Νοεμβρίου 2023, Κεφάλαιο 5 §3 «Επιμέλεια, δικαιώματα επίσκεψης και ασφάλεια» (άρθρο 31). Βλ. αναλυτικά: stopchildabuse.gr, «Κατεπείγουσα σύσταση της GREVIO προς την Ελλάδα».
  9. Η αποκοπή του παιδιού από την επικοινωνία με τον γονέα-θύμα αποτελεί αναγνωρισμένη μορφή συνέχισης του εξαναγκαστικού ελέγχου (coercive control) μετά τον χωρισμό, με τον δράστη να διατηρεί εξουσία πάνω στην πρώην σύντροφο μέσω του παιδιού. Katz, E. (2020). «When Coercive Control Continues to Harm Children: Post-Separation Fathering, Stalking and Domestic Violence». Child Abuse Review, 30(1).
  10. Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013), Οδηγός Εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης-Παραμέλησης Παιδιών για Επαγγελματίες, σελ. 24, με παραπομπή σε: Martinez-Torteya, C., Bogat, G.A., von Eye, A. & Levendosky, A.A. (2009). Resilience among children exposed to domestic violence: The role of protective and vulnerability factors. Child Development, 80(2), 562–577.
  11. «Οι αστυνομικές αρχές που αναλαμβάνουν υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας υποχρεούνται, εφόσον το ζητήσει το θύμα, να ενημερώσουν αυτό και τους παραπάνω φορείς, ώστε να παρασχεθεί αμέσως η απαραίτητη, κατά περίπτωση, υποστήριξη και ενίσχυση.» Ν. 3500/2006, άρθρο 21§2.
  12. Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013), ό.π., ενότητα 5.5, σελ. 20.
  13. «[Ο ρόλος του] επαγγελματία πρέπει να έχει κατά νου ότι ο ρόλος του δεν είναι αυτός του "ανακριτή" ή του "αστυνομικού"... Σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης πρέπει να αποφεύγονται οι επικριτικές ή καθοδηγητικές ερωτήσεις... οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν στο παιδί την αίσθηση ότι "ανακρίνεται ή απειλείται", γεγονός που μπορεί να το τρομοκρατήσει.» Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013). Οδηγός Εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης-Παραμέλησης Παιδιών για Επαγγελματίες, σελ. 40.
  14. «Η κατά αντιπαράσταση εξέταση (παιδιού-δράστη) ή η οπτική επαφή με το δράστη επιβαρύνουν το παιδί και επηρεάζουν την κατάθεσή του. Για το λόγο αυτόν ενδείκνυται η μαγνητοσκόπηση της συνέντευξης σε άλλο χώρο και η μετέπειτα προβολή της στο δικαστήριο.» Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013), Οδηγός Εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης-Παραμέλησης Παιδιών για Επαγγελματίες, σελ. 107, ISBN 978-960-9766-07-4.
  15. «Αν το παιδί είναι φοβισμένο, δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπο με το δράστη [...] τότε θα πρέπει να βιντεοσκοπηθεί η συνέντευξη.» Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013), ό.π., σελ. ενότητα Κ («CCTV - Συνέντευξη μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης»).
  16. «Όσο [σκοπός της κατάθεσης] είναι να πάρουν ο δικαστής και οι ένορκοι τις απαραίτητες πληροφορίες, αυτό σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί την επαναθυματοποίηση των παιδιών κατά τη διαδικασία.» Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013), ό.π., σελ. 129· βλ. επίσης σελ. 91, όπου η αποφυγή της επαναθυματοποίησης καταγράφεται ως δικαίωμα του παιδιού-μάρτυρα.
  17. Βλ. την έρευνα του The Manifold Files για τους λεγόμενους «16+ πατεράδες» — καταγγελλόμενους για σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών τους, οργανωμένους σε ομάδα με κοινή νομική εκπροσώπηση, οι οποίοι έχουν στραφεί με επανειλημμένες αναφορές στον Άρειο Πάγο εναντίον δύο παιδοψυχολόγων που έχουν τεκμηριώσει καταγγελίες εναντίον τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Walker, L. E. (1977–78). Battered women and learned helplessness. Victimology: An International Journal, 2(3–4), 525–534.

UK Government (2015). Serious Crime Act 2015, άρθρο 76, και επίσημη στατιστική καθοδήγηση εφαρμογής.

Ehrensaft, M. K., Cohen, P., Brown, J., Smailes, E., Chen, H., & Johnson, J. G. (2003). Intergenerational transmission of partner violence: A 20-year prospective study. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 71(4), 741–753.

Freyd, J. J. (1997). Violations of power, adaptation to abandonment, and adaptive blindness. Feminism & Psychology, 7(1), 22–32.

Martinez-Torteya, C., Bogat, G.A., von Eye, A. & Levendosky, A.A. (2009). Resilience among children exposed to domestic violence: The role of protective and vulnerability factors. Child Development, 80(2), 562–577.

Sweet, P. L. (2019). The Sociology of Gaslighting. American Sociological Review, 84(5), 851–875.

Katz, E. (2020). When Coercive Control Continues to Harm Children: Post-Separation Fathering, Stalking and Domestic Violence. Child Abuse Review, 30(1).

Mercer, J. & Drew, M. (2022). Challenging Parental Alienation: New Directions for Professionals and Parents. Routledge.

Al Jazeera (2020). "Greece: Golden Dawn found guilty of running criminal organisation." 7 Οκτωβρίου 2020.

in.gr (2020). «Εγκληματική οργάνωση η Χρυσή Αυγή - Ιστορική απόφαση, ηχηρό μήνυμα της Δημοκρατίας». 7 Οκτωβρίου 2020.

Greek Reporter (2026). "Golden Dawn: Greek Court Upholds Convictions of 42 Members as a Criminal Organization." 4 Μαρτίου 2026.

Newsit (2026). «Χρυσή Αυγή: Τελεσίδικα ένοχοι οι 42 κατηγορούμενοι για εγκληματική οργάνωση». 4 Μαρτίου 2026.

Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013). Οδηγός Εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης-Παραμέλησης Παιδιών για Επαγγελματίες. ISBN 978-960-9766-07-4.

GREVIO (Συμβούλιο της Ευρώπης). Έκθεση αξιολόγησης (baseline evaluation report) για την Ελλάδα, 14 Νοεμβρίου 2023. Βλ. stopchildabuse.gr, «Κατεπείγουσα σύσταση της GREVIO προς την Ελλάδα».

The Manifold Files. «Η αλήθεια για τους 16 πατεράδες που καταγγέλλουν παιδοψυχολόγο για ψευδείς γνωματεύσεις».

The Manifold Files. «Όσα δεν ρωτούν οι αρχές και τα ΜΜΕ τους "16+ πατεράδες"».

The Manifold Files. «"Επίδειξη δύναμης" στο δικαστήριο των "δεκαέξι καταγγελλομένων" για παιδική σεξουαλική κακοποίηση».

The Manifold Files. «Τι συμβαίνει με την "ψυχολόγο της ΕΛ.ΑΣ";».

The Manifold Files. «Ένα κορίτσι 10 ετών κατήγγειλε τη σεξουαλική του κακοποίηση — απέναντί του βρίσκει το επικίνδυνο λόμπι της "γονεϊκής αποξένωσης"».

Εγγραφείτε στο newsletter του stopchildabuse.gr

για να λαμβάνετε ενημερώσεις για άρθρα, νέα και δράσεις της καμπάνιας,