Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Αναίρεση στον Άρειο Πάγο: η καταδίκη για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση απαιτεί αυστηρή αιτιολόγηση του δόλου

Σύμφωνα με το ΙΥΠ, στην Ελλάδα υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ελλιπούς καταγγελίας της παδικής κακοποίησης. Οποιοσδήποτε μηχανισμός αυξάνει, έστω και έμμεσα, τον πραγματικό ή αντιληπτό κίνδυνο που αναλαμβάνει όποιος καταγγέλλει καλόπιστα, επιτείνει ένα ήδη υπαρκτό δομικό πρόβλημα του συστήματος παιδικής προστασίας.

Αναίρεση στον Άρειο Πάγο: η καταδίκη για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση απαιτεί αυστηρή αιτιολόγηση του δόλου

Φωτογραφία: Εφετείο Αθηνών, AfroditiPan / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0

Δημοσίευση: 27 Αυγούστου 2026

© stopchildabuse.gr

Με την υπ' αριθ. 423/2025 απόφασή του, το Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε στο σύνολό της την υπ' αριθ. 3579/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία δύο κατηγορούμενες, μία γυναίκα και η μητέρα της, είχαν καταδικαστεί για ψευδή καταμήνυση, ψευδή κατάθεση μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση. Ο λόγος της αναίρεσης δεν ήταν ουσιαστικός, δεν έκρινε, δηλαδή, ο Άρειος Πάγος ότι οι κατηγορούμενες ήταν αθώες ή ότι η αρχική καταγγελία ήταν αληθής. Έκρινε κάτι πολύ πιο τεχνικό, αλλά εξίσου σημαντικό: ότι η απόφαση του Εφετείου δεν εξηγούσε επαρκώς πώς αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενες γνώριζαν, τη στιγμή που κατέθεταν, ότι όσα έλεγαν ήταν ψευδή.

Η υπόθεση παραπέμφθηκε πίσω στο Εφετείο, για να ξανασυζητηθεί από την αρχή, με άλλη σύνθεση δικαστών. Δεν υπάρχει, συνεπώς, ακόμη, τελεσίδικη κρίση επί της ουσίας.

Το ιστορικό της υπόθεσης

Το 2015, μία γυναίκα («η πρώτη κατηγορουμένη» στο κείμενο της απόφασης) υπέβαλε μήνυση εναντίον του πατέρα της ανήλικης κόρης τους, για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού. Ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του καταγγελλόμενου, δεν παραπέμφθηκε, ωστόσο, σε δίκη καθώς προηγήθηκε απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών υπέρ του. Ο πατέρας μήνυσε τη μητέρα και τη μητρική γιαγιά για ψευδή καταμήνυση, ψευδή κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση, όπως γίνεται στη συντριπτική πλειοψηφία αντίστοιχων υποθέσεων. Το 2024, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών έκρινε ότι ήταν ένοχες, επιβάλλοντας ποινές φυλάκισης 12 και 4 μηνών αντίστοιχα, με αναστολή.

Οι καταδικασθείσες άσκησαν αναίρεση, και η υπόθεση έφτασε στον Άρειο Πάγο.

Τα κενά στο σκεπτικό που οδήγησε στην καταδίκη

Πίσω από το σκεπτικό που οδήγησε στην καταδική της μητέρας και της μητρικής γιαγιάς το 2024[1], διαφαίνεται ένας προβληματικός συλλογισμός: εφόσον το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών απάλλαξε τον κατηγορούμενο, θεωρήθηκε δεδομένο α) ότι η καταγγελία ήταν ψευδής β) ότι η μηνύτρια και η μητέρα της είπαν ψέματα εν γνώσει τους. Αυτόν τον απλοϊκό συλλογισμό, που τείνει να γίνει ο κανόνας σε παρόμοιες υποθέσεις, απέρριψε ο Άρειος Πάγος.

Λογικό σφάλμα #1: «Απαλλάχθηκε, άρα η καταγγελία ήταν ψευδής»

Ένα απαλλακτικό βούλευμα δεν αποτελεί δικαστική διαπίστωση ότι το καταγγελλόμενο περιστατικό δεν συνέβη. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών εξετάζει αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή σε δίκη — ένα σαφώς χαμηλότερο και διαφορετικό κριτήριο από την ουσιαστική κρίση περί αλήθειας ή αναλήθειας ενός γεγονότος, η οποία ανήκει αποκλειστικά στο δικαστήριο της ουσίας.[2] Η μη παραπομπή μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους —ανεπαρκή αποδεικτικά μέσα κατά τον χρόνο εκείνο, δυσκολία στοιχειοθέτησης δόλου του δράστη, ή απλή δικανική επιφύλαξη— χωρίς κανένας από αυτούς να ισοδυναμεί με εύρημα ότι το καταγγέλλον πρόσωπο ψεύδεται.

Λογικό σφάλμα #2: «Η καταγγελία ήταν ψευδής, άρα οι κατηγορούμενες ήξεραν ότι ήταν ψευδής»

Ακόμη κι αν υποθέσουμε, χάριν συζήτησης, ότι μια καταγγελία αποδεικνύεται αντικειμενικά αναληθής, αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει τίποτα για το τι πίστευε η καταγγέλλουσα τη στιγμή που κατέθετε. Μια μητέρα μπορεί να μεταφέρει καλόπιστα όσα της περιέγραψε το παιδί της, ακόμη κι αν αργότερα, με άλλα δεδομένα, το δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα για τα γεγονότα. Το άρθρο 224 ΠΚ απαιτεί άμεσο δόλο —δηλαδή γνώση του μάρτυρα ότι καταθέτει ψευδή στοιχεία— για να στοιχειοθετηθεί ψευδή κατάθεση. Η αντικειμενική ανακρίβεια ενός ισχυρισμού δεν ταυτίζεται με την υποκειμενική γνώση του ψεύδους.[3]

Λογικό σφάλμα #3: «Αρκεί να δηλωθεί στο σκεπτικό, χωρίς τεκμηρίωση»

Το Εφετείο, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, δεν εξήγησε με ποια συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιώνεται η γνώση των κατηγορουμένων περί του ψεύδους, ούτε ποια ήταν η πηγή αυτής της γνώσης. Αντ' αυτού, στηρίχθηκε σε γενικές διατυπώσεις και σε ένα διατακτικό που απλώς αντέγραφε το κατηγορητήριο. Στην πράξη, χρησιμοποίησε την έκβαση του απαλλακτικού βουλεύματος ως αυταπόδεικτη βάση της καταδίκης, χωρίς αυτοτελή απόδειξη δόλου.

«Ο δόλος, δηλαδή, η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αυτή» ΑΠ 423/2025

Αυτός ο εσφαλμένος συλλογισμός εμφανίζεται συστηματικά σε υποθέσεις με καταγγελίες κακοποίησης. Η απουσία καταδίκης του καταγγελλόμενου μετατρέπεται εργαλειακά σε απόδειξη εναντίον του καταγγέλλοντος, χωρίς να έχει ποτέ αποδειχθεί αυτοτελώς το ψεύδος του ισχυρισμού. Η καταγγέλλουσα θα έπρεπε να θεωρείται καλόπιστη έως ότου αποδειχθεί το αντίθετο, δηλαδή, το βάρος απόδειξης της ψευδούς κατάθεσης/καταμήνυσης να βαρύνει όχι την ίδια αλλά την Πολιτεία. Η Πολιτεία πρέπει να αποδείξει με πραγματικά στοιχεία ότι η καταγγέλλουσα έλεγε ψέμματα εν γνώσει της, με συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία συνάγεται αυτή η γνώση. Αντιθέτως, η καταγγέλλουσα βρίσκεται στη θέση να πρέπει σιωπηρά να αποδείξει ότι δεν ψεύδεται κάτι που δεν μπορεί ποτέ να «αποδείξει» πλήρως, αφού η μη καταδίκη του άλλου από μόνη της δεν αποδεικνύει τίποτα προς καμία κατεύθυνση.

Η απόφαση ΑΠ 423/2025 είναι σημαντική ακριβώς επειδή αρνείται να επικυρώσει αυτή την «συντόμευση» της απόδειξης, απαιτώντας η γνώση και η πρόθεση του ψεύδους να αποδεικνύονται η καθεμία χωριστά, με τα δικά της συγκεκριμένα στοιχεία.

Το νομικό ζήτημα: γιατί ο δόλος πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία, όχι με σχήματα λόγου

Η απόφαση στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη απαίτηση που θέτει η νομολογία για τα εγκλήματα με υπερχειλή[4] ή άμεσο δόλο: η γνώση και η πρόθεση του δράστη πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς, με έκθεση συγκεκριμένων περιστατικών — όχι με γενικές διατυπώσεις.

  • Για την ψευδή καταμήνυση (άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ,[5] όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του 2019, εφαρμοστέο εν προκειμένω ως ευμενέστερο), δεν αρκεί το περιεχόμενο της μήνυσης να αποδειχθεί αναληθές. Απαιτείται επιπλέον υπερχειλής δόλος: να αποδειχθεί ότι ο μηνυτής γνώριζε το αναληθές της καταγγελίας του και είχε ως συγκεκριμένο σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του καταγγελλόμενου.[6]
  • Για την ψευδή κατάθεση (άρθρο 224 παρ. 1 ΠΚ), απαιτείται άμεσος δόλος: ο μάρτυρας πρέπει να γνωρίζει, τη στιγμή που καταθέτει, ότι όσα λέει είναι αντικειμενικά ανακριβή γεγονότα και όχι απλώς εκτιμήσεις, ερμηνείες ή γνώμες που αργότερα αποδεικνύονται εσφαλμένες.
  • Για την ηθική αυτουργία σε ένα από αυτά τα αδικήματα, ο ηθικός αυτουργός πρέπει να έχει τον ίδιο βαθμό δόλου με τον φυσικό αυτουργό.

Η καταδίκη ενός ατόμου για ψευδή καταγγελία δεν αρκεί να στηρίζεται στο γεγονός ότι η αρχική του καταγγελία δεν οδήγησε σε καταδίκη του καταγγελλόμενου. [7] Χρειάζεται απόδειξη ότι ο μάρτυρας ήξερε ότι έλεγε ψέματα, με συγκεκριμένα περιστατικά που τεκμηριώνουν αυτή τη γνώση.

Γιατί έχει σημασία για τη συζήτηση περί «ψευδών καταγγελιών»

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τον νόμο 4800/2021 και την υποχρεωτική συνεπιμέλεια βασίζεται συχνά σε μια σιωπηρή παραδοχή: ότι οι καταγγελίες κακοποίησης που δεν καταλήγουν σε αμετάκλητη καταδίκη του καταγγελλόμενου είναι, εξ ορισμού, ψευδείς ή κακόβουλες. Αυτή η παραδοχή είναι νομικά εσφαλμένη.

Οι γονείς που καταγγέλλουν κακοποίηση των παιδιών τους βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με ποινικές διώξεις για ψευδή καταμήνυση και οι μάρτυρες τους για ψευδή κατάθεση, παρότι η αρχική τους καταγγελία δεν έχει ακόμη κριθεί οριστικά επί της ουσίας. Μια θεμελιώδης αρχή του ποινικού δικαίου είναι ότι κάθε κατηγορούμενος θεωρείται αθώος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, με το βάρος της απόδειξης να βαρύνει την κατηγορούσα Αρχή, όχι τον ίδιο. Στην περίπτωση μιας μητέρας που καταγγέλλει κακοποίηση της ίδιας ή/και του παιδιού της, αυτό σημαίνει ότι η καλή της πίστη τεκμαίρεται, εκτός αν η Πολιτεία αποδείξει, με συγκεκριμένα στοιχεία, ότι γνώριζε πως έλεγε ψέματα.

Η απόφαση ΑΠ 423/2025 τονίζει πως απαιτείται αυστηρή και τεκμηριωμένη απόδειξη δόλου προκειμένου κάποιος να καταδικαστεί για ψευδή καταγγελία. Όταν αυτή η απόδειξη υποκαθίσταται από ένα έμμεσο τεκμήριο ενοχής —ότι η μη καταδίκη του καταγγελλόμενου συνεπάγεται αυτομάτως ότι η καταγγέλλουσα λέει ψέμματα— το βάρος της απόδειξης αντιστρέφεται στην πράξη. Η καταγγέλλουσα δεν χρειάζεται πλέον να αποδειχθεί ότι ψεύδεται, αρκεί να μην αποδειχθεί ότι έλεγε αλήθεια. Ωστόσο, ακόμη και να αθωωθεί ο καταγγελλόμενος —πόσο μάλλον όταν πρόκειται για αρχειοθέτηση ή απαλλακτικό βούλευμα— χρειάζεται να αποδειχθεί με πραγματικά στοιχεία ότι η καταγγελία της μητέρας έγινε με δόλο, δηλαδή, ήταν ψευδής.

Αν αυτό το εσφαλμένο συλλογιστικό πρότυπο εδραιωθεί, δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο για κάθε γονέα, φροντιστή και επαγγελματία, που σκέφτεται να καταγγείλει μία υποψία κακοποίησης παιδιού, να μη μιλήσει καθόλου, γνωρίζοντας ότι μια πιθανή μη παραπομπή ή καταδίκη του καταγγελλόμενου μπορεί να τον/την εκθέσει σε ποινική δίωξη και να καταδικασθεί.

Το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (ΙΥΠ), ο βασικός επιστημονικός φορέας μελέτης και πρόληψης της κακοποίησης παιδιών στην Ελλάδα, έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι υπάρχει τεράστια απόκλιση ανάμεσα στις επιστημονικές εκτιμήσεις για την πραγματική έκταση της παιδικής κακοποίησης και στα επίσημα καταγεγραμμένα στοιχεία από καταγγελίες — ένδειξη ότι ένα μεγάλο πλήθος περιστατικών βίας και κακοποίησης δεν καταγγέλλεται ποτέ. Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ελλιπούς καταγγελίας της παδικής κακοποίησης. Οποιοσδήποτε μηχανισμός αυξάνει, έστω και έμμεσα, τον πραγματικό ή αντιληπτό κίνδυνο που αναλαμβάνει όποιος καταγγέλλει καλόπιστα, επιτείνει ένα ήδη υπαρκτό δομικό πρόβλημα του συστήματος παιδικής προστασίας: υπάρχει ένας πολύ μεγάλος αριθμός παιδιών των οποίων η κακοποίηση δεν θα καταγγελθεί ποτέ, ακριβώς επειδή ο ενήλικας που θα μπορούσε να μιλήσει για αυτά προτίμησε τη σιωπή.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Παρακάτω το σκεπτικό του Εφετείου, όπως το αναπαρήγαγε αυτούσιο ο Άρειος Πάγος για να δείξει —και σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η αναιρετική κρίση— ότι πουθενά σε αυτό το κείμενο δεν εξηγείται με συγκεκριμένα περιστατικά πώς αποδεικνύεται ότι η Ε. Α. γνώριζε, τη στιγμή της μήνυσης, ότι όσα κατήγγειλε ήταν ψευδή. Το σκεπτικό απλώς δηλώνει, σχεδόν αξιωματικά, «όμως το περιεχόμενο ήταν ψευδές» και «τελούσε σε γνώση του ψεύδους», χωρίς να εκθέτει την πηγή αυτής της γνώσης ή τα στοιχεία που τη θεμελιώνουν — που είναι ακριβώς η ασάφεια που επεσήμανε ο Άρειος Πάγος.

    Α1.)
    Η πρώτη κατηγορουμένη Ε. Α., στην Αθήνα, στις 26.06.2015 (αναασταλέντος του χρόνου παραγραφής από 04.01.2018 έως 24.02.2020), εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο, υπέβαλε την από 26.06.2015 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος του νυν εγκαλούντος Α. Κ. του Β., η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Β 2015/1161, με την οποία τον κατήγγειλε για τη διάπραξη του αδικήματος της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 339 παρ.1 Π.Κ.). Ειδικότερα, με την ανωτέρω έγκληση, ισχυριζόταν ότι ο εγκαλών τόσο κατά τις καλοκαιρινές διακοπές με την ανήλικη κόρη τους, Α. Κ., γεννηθείσα στις 3.10.2007, περί τα τέλη Ιουλίου του 2014 στο ξενοδοχείο "Κυλλήνη Beach Resort", στην Κυλλήνη, όσο και τον Φεβρουάριο του 2015, στην οικία του στη Γλυφάδα Αττικής, έβαλε κατ' επανάληψη τα δάχτυλά του βαθιά μέσα στα γεννητικά της όργανα, πάνω και κάτω από το εσώρουχό της, προκαλώντας της σωματικό και ψυχικό άλγος. Όμως το περιεχόμενο της πιο πάνω μήνυσης ήταν ψευδές και η κατηγορουμένη, αν και τελούσε σε γνώση του ψεύδους της, υπέβαλε αυτή σε βάρος του ως άνω εγκαλούντος. Τελικώς όμως ο εγκαλών απαλλάχθηκε από την κατηγορία [...] δυνάμει του υπ' αριθμ. 208/2020 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
    Α2.) Η πρώτη κατηγορουμένη, Ε. Α., στην Αθήνα, στις 26.6.2015 και 14.9.2015 [...], με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον Αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία. Ειδικότερα, (i) [...] εξεταζόμενη ως μηνύτρια ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, Σ. Π., κατά την κατάθεση της επίδικης μήνυσης, επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο αυτής, καταθέτοντας εν γνώσει της ψευδή στοιχεία [...] και (ii) [...] εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον της Αστυφύλακα της ΔΑΑ/ΥΠ.ΑΝ./Τμ. Εποπτείας Ανηλίκων, Χ. Α. [...] κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία, αναφέροντας εκ νέου τα ως άνω ψευδή περιστατικά.
    Α3.) Επιπλέον, η πρώτη κατηγορουμένη Ε. Α., στην Αθήνα, στις 28.3.2016 [...], προκάλεσε με πρόθεση σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη [...]: με συνεχείς προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, έπεισε την δεύτερη κατηγορουμένη Δ. Α. να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα [...], γνώριζε δε ότι όλα τα προαναφερθέντα περιστατικά ήταν ψευδή.
    Β.) Η δεύτερη κατηγορουμένη Δ. Α., στην Αθήνα, στις 28.3.2016 [...], ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον Αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία. [...] κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία και δη τα εξής: "...Η Α. είπε ότι κάποιες φορές, ο πατέρας της την πείραζε 'από κάτω', όταν η σύντροφός του κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι δίπλα τους. Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Ή υπνώτιζε την σύντροφό του και δεν καταλάβαινε τίποτα ή συμμετείχε και η σύντροφος. Δεν ξέρω τι να πω. Πάντως αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι η Α., κάθε φορά που επέστρεφε από τον πατέρα της, ήταν πολύ κόκκινη στα γεννητικά της όργανα...". Άπαντα όμως τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενες τελούσαν σε γνώση του ψεύδους αυτών, διότι στην πραγματικότητα ουδέποτε ο εγκαλών προέβη στις παραπάνω πράξεις σε βάρος της ανήλικης κόρης του.
  2. ΑΠ 423/2025: «Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.»
  3. ΑΠ 423/2025: «...για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη, ψευδούς κατάθεσης), απαιτείται: α) (ένορκη) κατάθεση του μάρτυρα, ενώπιον αρμόδιας [...] αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή [...] Προϋπόθεση για την τέλεση του εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις)...»
  4. ΑΠ 423/2025: «Όταν, δηλαδή, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επέλευσης ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική απόφαση.»
  5. Άρθρο 229 - Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) - Ψευδής καταμήνυση:
    1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος εν γνώσει και ψευδώς καθιστά άλλον ύποπτο στην αρχή υποβάλλοντας, αλλοιώνοντας ή αποκρύπτοντας κάποιο αποδεικτικό μέσο για αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση.
  6. ΑΠ 423/2025: «...η διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, [...] για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, απαιτούσε, επιπλέον, τη συνδρομή σκοπού του δράστη, να προκαλέσει την καταδίωξη του παθόντος, σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, που δεν απαιτεί την συνδρομή τέτοιου σκοπού και ως εκ τούτου, είναι, εν προκειμένω, εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ, η διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ...»
  7. Η αρχειοθέτηση ή το απαλλακτικό βούλευμα δεν εξετάζει την αλήθεια, εξετάζει την επάρκεια των ενδείξεων για παραπομπή σε δίκη. Πρόκειται για χαμηλότερο αποδεικτικό στάδιο από τη δίκη επί της ουσίας. Άρθρο 313 ΚΠΔ: «το συμβούλιο πλημμελειοδικών, μετά το πέρας της ανάκρισης, κρίνει αν υπάρχουν «επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις» για την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη — και ανάλογα εκδίδει παραπεμπτικό ή απαλλακτικό βούλευμα». Η έννοια των «επαρκών ενδείξεων» αφορά τον βαθμό πιθανολόγησης καταδίκης στο ακροατήριο — δηλαδή είναι μια κρίση πιθανολόγησης, χαμηλότερου αποδεικτικού βαθμού, σε αντιδιαστολή με την κρίση «πέραν πάσης αμφιβολίας» που απαιτείται για καταδίκη στη δίκη επί της ουσίας. (Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, Εκδόσεις Σάκκουλα)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ / ΠΗΓΕΣ

Εγγραφείτε στο newsletter του stopchildabuse.gr

για να λαμβάνετε ενημερώσεις για άρθρα, νέα και δράσεις της καμπάνιας,