Skip to content
Facebook

Αυγουστίνος Ζενάκος για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια

Αυγουστίνος Ζενάκος για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια

"Κάθε φορά που διαμαρτυρόμαστε για τον νόμο της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, εμφανίζεται και κάποιος να μας εξηγήσει ότι η συνεπιμέλεια είναι καλό πράγμα, ότι το παιδί χρειάζεται και τους δύο γονείς, ότι πολλοί μπαμπάδες σήμερα θέλουν να έχουν πιο ενεργό ρόλο στην ανατροφή των παιδιών τους, και πάνω από όλα ότι το να απαιτούμε από τις μαμάδες να μεγαλώνουν αποκλειστικά εκείνες τα παιδιά τους είναι πατριαρχικό.

Αφού ευχαριστήσω για την εξήγηση αυτή και προσωπικά αλλά και εκ μέρους των συναγωνιστριών/ών μου, πολλές από τις οποίες αδιαμφισβήτητα χρειάζονται ένα ακόμη μάθημα για το τι σημαίνει πατριαρχία, ανδρική καθοδήγηση για το τι να αγωνίζονται και για τι όχι, ανάλυση για το τι είναι ο φεμινισμός, και διδασκαλία για πλείστα όσα μυστήρια που ο γυναικείος νους δυσκολεύεται να επεξεργαστεί, να πω για πολλοστή φορά τα εξής:

Το δικαίωμα του παιδιού να μεγαλώνει και με τους δύο του γονείς αναγνωρίζεται στη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού και δεν ξέρω καμία και κανέναν που να αγωνίζεται εναντίον του Νόμου Τσιάρα που να μην το υποστηρίζει.
Το ζήτημα με τον Νόμο Τσιάρα είναι ότι δεν προασπίζεται αυτό το δικαίωμα. Ούτε η πρόθεση των πρωτεργατών του λόμπι για την ψήφιση αυτού του νόμου ήταν η προάσπιση αυτού του δικαιώματος.

Ο Νόμος Τσιάρα έχει δύο βασικές, αλληλένδετες λειτουργίες:

Πρώτον, αποτελεί ένα ακόμη -το ισχυρότερο μέχρι στιγμής- νομικό όπλο στα χέρια κακοποιητών, κατά συντριπτική πλειονότητα αντρών, αν και όχι αποκλειστικά, που τους επιτρέπει να συνεχίζουν να κακοποιούν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και μετά τη λύση του γάμου.

Δεύτερον, έχει απελευθερώσει τις προκαταλήψεις μέρους των δικαστικών λειτουργών που θέλουν τις γυναίκες «υστερικές» και «εκδικητικές» και τα παιδιά αναξιόπιστα και ανίκανα να εκφράσουν τον φόβο ή την επιθυμία τους.

Ο Νόμος Τσιάρα όχι μόνο δεν είναι ένας παιδοκεντρικός νόμος αλλά ένας νόμος που καταπατά ένα άλλο βασικό δικαίωμα των παιδιών, το δικαίωμα να ακούγεται ο λόγος τους και να γίνεται σεβαστή η θέλησή τους από τις αρχές, δικαίωμα που επίσης αναγνωρίζεται από τη Σύμβαση Δικαιωμάτων του Παιδιού.

Διότι, φυσικά, το δικαίωμα των παιδιών στην ανατροφή τους και από τους δύο γονείς σταθμίζεται με το δικαίωμα τους στη ζωή, στην ασφάλεια και στην προστασία από την κακοποίηση.
Ο νόμος αυτός ακυρώνει στην πράξη καθημερινά στα δικαστήρια αυτό το δικαίωμα, υποχρεώνοντας παιδιά σε επικοινωνία, διανυκτέρευση ή και συγκατοίκηση με αυτούς που καταγγέλλουν ως κακοποιητές τους.

Και φέρνει τις μητέρες αντιμέτωπες με ένα βάναυσο δίλημμα: αν προστατέψουν το παιδί τους, όπως έχουν χρέος, και αρνηθούν να το παραδώσουν στον κακοποιητή του, τότε κάποια στιγμή θα κληθούν να εκτίσουν τις ποινές φυλάκισης που μοιράζουν τα δικαστήρια για παραβιάσεις δικαστικών αποφάσεων, και το παιδί τους θα βρεθεί για τα καλά στα χέρια του κακοποιητή του με αποκλειστική πια επιμέλεια. Ή το παιδί θα καταλήξει σε ίδρυμα -όπως έχουμε ακούσει εισαγγελείς ανηλίκων και δικαστές να απειλούν- όπου βεβαίως έχει αυξημένες πιθανότητες να κακοποιηθεί.

Επιπλέον, ο Νόμος Τσιάρα στην πράξη επιτρέπει τη συνέχιση της κακοποίησης των γυναικών μετατρέποντας τα παιδιά σε κερκόπορτα μέσω της οποίας ο κακοποιητής διατηρεί τον έλεγχο του πάνω στο θύμα του.

Ο νόμος αυτός δεν είναι γενικά κι αόριστα μια επικύρωση του αγαθού της από κοινού ανατροφής των παιδιών. Γεννήθηκε και ζει μέσα σε συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο: των κινημάτων «ανδρικών δικαιωμάτων», δηλαδή των αντιδραστικών εκείνων κινημάτων που διεκδικούν την επαναφορά της «παραδοσιακής οικογένειας», τον περιορισμό και την αντιστροφή των φεμινιστικών κατακτήσεων. Έναν ιδεολογικό χώρο συντηρητικό, παραδοσιολάγνο, βαθιά μισογυνιστικό.

Ο Νόμος Τσιάρα δεν είναι ένας νόμος για τον σύγχρονο μπαμπά που θέλει να συμμετέχει στην ανατροφή του παιδιού του. Είναι ένας νόμος για τον μπαμπά που οργίζεται επειδή του αμφισβητούν ότι είναι ο αρχηγός, επειδή τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι, επειδή δεν ανέχονται τη βία του με την υποταγή που πιστεύει ότι οφείλουν. Είναι ένας νόμος που του επιτρέπει να ξαναβάλει τις καριόλες και τα μπάσταρδά τους στη θέση τους.
Αυτό είναι εμφανές από τα βασικά ιδεολογικά σχήματα που διαμόρφωσαν τον νόμο και από τα οποία εμφορούνται οι οργανωμένες ομάδες που πίεσαν για την ψήφισή του:

Πρώτον, την ψευδοθεωρία της «γονικής αποξένωσης», έναν τσαρλατανισμό που όχι μόνο έχει αποδομηθεί απολύτως ως προς την επιστημονική του υπόσταση αλλά για τον οποίον έχει αποδειχτεί πως αποτελεί το πιο πρόσφορο εργαλείο για να μην διερευνώνται επαρκώς και να αποκρούονται οι καταγγελίες παιδικής κακοποίησης και ενδοσυντροφικής βίας. Η «γονική αποξένωση» είναι η πεμπτουσία του DARVO (Deny, Attack, Reverse Victim and Offender).

Και μην ακούσω ότι τάχατες δεν δέχομαι το προφανές, ότι πολλοί γονείς βάζουν τα παιδιά τους στη μέση στα διαζύγια, ότι κακολογούν τον άλλο γονιό και τα σχετικά. Δεν μιλάμε γι’ αυτό. Η «γονική αποξένωση» δεν είναι μια έκφραση της καθομιλουμένης για κάθε συγκρουσιακό διαζύγιο όπου τα παιδιά υποφέρουν από την αμετροέπεια των γονιών τους. Αυτό συμβαίνει και είναι κάκιστο, αλλά η «γονική αποξένωση» είναι συγκεκριμένη «θεωρία» με συγκεκριμένη ιστορία, κι από την επινόησή της μέχρι σήμερα συνιστά ένα δικαστηριακό εργαλείο, φτιαγμένο για να κοσμεί το υπερασπιστικό οπλοστάσιο αντρών που κατηγορούνται για κακοποίηση.

Δεύτερον, τον μύθο των «ψευδών καταγγελιών» είτε ενδοσυντροφικής βίας είτε παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης - και μάλιστα της «αύξησης» τους. Έναν μύθο που προπαγανδίζουν οι ομάδες αυτές, κατακλύζοντας το διαδίκτυο με άρθρα που μιλούν για «έρευνες» που δήθεν τον αποδεικνύουν. Μόνο που δεν υπάρχουν τέτοιες έρευνες. Δεν μετριούνται αυτά τα πράγματα στην Ελλάδα, οι έρευνες κυριολεκτικά δεν υπάρχουν. Μετριούνται, όμως, σε άλλες χώρες κι εκεί δείχνουν αφενός ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να ορίσεις τι είναι μια «ψευδής» καταγγελία (Η μη αποδεδειγμένη ποινικά; Η βασισμένη σε ποινικά αποδεδειγμένη ψευδομαρτυρία; Τι μετράμε; Και πού το βρίσκουμε;), αφετέρου, στον βαθμό που αναγνωρίζουμε τους περιορισμούς της μεθοδολογίας, ότι οι «ψευδείς» καταγγελίες είναι ελάχιστες. Αυτά, βέβαια, είναι για τους σοβαρούς ανθρώπους και όχι για κάποιους έλληνες δικαστές που έχουν καταπιεί τον μύθο αμάσητο επειδή ταιριάζει με τις ιδέες τους και τους τον επανέλαβαν και 4-5 ψυχίατροι που αμείβονται από κατηγορούμενους για κακοποίηση.

Και μόνο το γεγονός ότι τη στιγμή που πέφτουν νεκρές γυναίκες από τα χέρια των νυν ή πρώην συντρόφων τους, ενώ είχαν ήδη προσφύγει στις αρχές κι έμειναν απροστάτευτες, κάποιοι μιλάνε για «ψευδείς καταγγελίες», θα έπρεπε να προβληματίζει κάθε ηθικό άνθρωπο.

Και φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο μύθος περί «ψευδών καταγγελιών» αποκτά δυναμική στον απόηχο του metoo, όπου για πρώτη φορά γεμίζει το διαδίκτυο από ιστορίες γυναικών για τη βία που υφίστανται και τον φόβο με τον οποίο είναι αναγκασμένες να ζουν τις ζωές τους.

Κι εδώ, όπως και με τη «γονική αποξένωση», το εγχείρημα είναι ιδεολογικό: δεν μιλάμε για σταθμίσεις, για τεκμήρια αθωότητας, για τον πήχη της ποινικής απόδειξης και άλλα τέτοια πράγματα ουσίας που θέλουν όχι μόνο ερευνητικά εργαλεία αλλά πρωτίστως τη βασική αναγνώριση των αποδεδειγμένων μεγεθών της έμφυλης βίας και της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Μιλάμε για την προσπάθεια να σβηστεί ένα φαινόμενο από τη δημόσια σφαίρα, να εξοντωθεί η συνειδητοποίηση ότι ο μισός πληθυσμός τρομοκρατείται ή/και κακοποιείται σε κάποιο στάδιο της ζωής του εξαιτίας του φύλου του, ότι ένα στα πέντε παιδιά υφίσταται κάποιου είδους σεξουαλική κακοποίηση, και ότι οι θύτες είναι στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις άντρες. Μιλάμε για τη συστηματική ακύρωση της καθημερινής, γενικευμένης κακοποίησης κάτω από μια οργισμένη κραυγή «Ψέματα λέει η πουτάνα».

Τρίτον, την «επικοινωνία με κάθε κόστος», μ’ άλλα λόγια το λοβέρδειο «αυτός που βαράει τη γυναίκα του δεν σημαίνει ότι είναι και κακός πατέρας». Την ιδέα δηλαδή ότι το να βλέπει το παιδί τον πατέρα του (στην πραγματικότητα: το δικαίωμα του πατέρα να βλέπει το παιδί του) έχει απόλυτη προτεραιότητα, η οποία εκμηδενίζει κάθε πράξη για την οποία ο πατέρας αυτός καταγγέλλεται, την κακοποίηση της μητέρας ή/και του παιδιού του.

Κοιτάξτε, οι συναγωνίστριες και οι συναγωνιστές κατά του Νόμου Τσιάρα υποστηρίζουμε ότι ακόμη και γονείς που είναι κακοί, συνηθέστατα επειδή είναι φτωχοί, αλλά και λόγω ζητημάτων ψυχικών, εθισμού, παραβατικότητας κτλ, θα πρέπει να υποστηρίζονται από τις προνοιακές υπηρεσίες ώστε να γίνουν καλύτεροι γονείς και τα παιδιά τους να μεγαλώσουν μαζί τους - αντί, όπως γίνεται τώρα, να τους παίρνει το κράτος με συνοπτικές διαδικασίες τα παιδιά και να τα στέλνει σε ίδρυμα, ωσότου δώσει τα πιο λαχταριστά από αυτά για αναδοχές που μετατρέπονται ανεπιφύλακτα σε υιοθεσίες.

Είμαστε ταγμένες/οι στο να αναγνωρίζουμε και να παλεύουμε για το δικαίωμα των παιδιών να μεγαλώνουν ακόμη και με γονείς που χρειάζονται βοήθεια για να είναι γονείς. Και πιστεύουμε ότι είναι υποχρέωση του κράτους να τους παρέχει αυτή τη βοήθεια.
Η κακοποίηση, όμως, η βία, είναι εκτός συζήτησης. Θα έπρεπε να είναι προφανές.

Και για να το ξεκαθαρίσω, να μην έχουμε παρεξηγήσεις: οποιαδήποτε σωματική ή ψυχολογική βία είναι καταδικαστέα. Υπάρχουν όμως κάποιες μορφές που οφείλονται σε αίτια όπως τα παραπάνω και από τις οποίες είναι δυνατόν, με την κατάλληλη υποστήριξη, ένας γονιός να απαλλαγεί, να τις εγκαταλείψει, να «βρει τον δρόμο του».

Η συστηματική ενδοσυντροφική βία και η παιδική σεξουαλική κακοποίηση δεν ανήκουν σε αυτές τις μορφές. Το ρίσκο για τα θύματα είναι πολύ μεγάλο. Κι αυτό θα έπρεπε να είναι προφανές.
Σε άλλες χώρες, έχουμε ήδη θρηνήσει παιδιά που τα δολοφόνησαν οι πατεράδες τους την ώρα της «επικοινωνίας με κάθε κόστος». Πρέπει να θρηνήσουμε κι εδώ;

Κάθε φορά λοιπόν που εμφανίζεται κάποιος να μας εξηγήσει τι καλό πράγμα που είναι να ανατρέφουν το παιδί και οι δύο γονείς ή πώς οι σύγχρονοι μπαμπάδες αλλάζουν πάνες, λένε ιστορίες για καληνύχτα, αποστειρώνουν θήλαστρα και κάθονται με τα παιδιά τους να αποστηθίσουν τα ποτάμια της Φθιώτιδας, μου γεννιέται η απορία: αλήθεια, δεν ξέρουν για ποιο πράγμα μιλάμε;

Δεν ξέρουν ότι μιλάμε για γυναίκες και παιδιά που συνθλίβονται από τα όπλα που η ελληνική νομοθεσία και οι ελληνικές αρχές καθημερινά δίνουν σε εγκληματίες για να συνεχίσουν να βασανίζουν τα θύματα τους;

Ύστερα όμως θυμάμαι πως όταν ψηφιζόταν ο Νόμος Τσιάρα, ο αντιπερισπασμός ήταν ακριβώς αυτός: οι προειδοποιήσεις όσων ήξεραν για ποιο πράγμα μιλάμε πνίγηκαν μέσα σε μια γενική «συζήτηση» για τα καλά της συνεπιμέλειας και της από κοινού ανατροφής, για την πατριαρχία που υποχρεώνει τις γυναίκες να μεγαλώνουν τα παιδιά, και για τη σύγχρονη γονεϊκότητα. Μια «συζήτηση» που τροφοδότησαν όχι μόνο οι οργανωμένες ομάδες με την προπαγάνδα τους για τα τάχατες «ίσα δικαιώματα μαμάδων και μπαμπάδων» ή οι φυσικοί συνοδοιπόροι τους, πάσης φύσεως νοσταλγοί του ένδοξου παρελθόντος της «παραδοσιακής οικογένειας», αλλά και κάμποσοι προοδευτικοί, αριστεροί κι αναρχικοί που λέγανε «α, όλα κι όλα, κακός ο Τσιάρας και οι δεξιοί, αλλά η συνεπιμέλεια είναι καλό πράγμα και η γυναίκα πρέπει να απελευθερωθεί από την πατριαρχία».

Κι όταν το θυμάμαι αυτό, μου λύνεται η απορία"

Ο Αυγουστίνος Ζενάκος είναι δημοσιογράφος, μέλος της ομάδας ερευνητικής δημοσιογραφίας The Manifold

24/04/2026 Όχι στην υποχρεωτική συνεπιμέλεια
View Original Post

Subscribe to the stopchildabuse.gr newsletter

Stay updated with our latest news and campaign actions.