Αναίρεση στον Άρειο Πάγο: το απαλλακτικό βούλευμα δεν σημαίνει ότι υπήρξε ψευδής καταμήνυση
Φωτογραφία: Εφετείο Αθηνών, AfroditiPan / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0
Published: August 27th 2026
© stopchildabuse.gr
READ ALSO
- 25/08/2026 Travel and Accommodation Costs Are Not Part of Child Support, Rules Thessaloniki Court of Appeal
- 14/08/2026 Thessaloniki Court of Appeal Overturns Ruling: Mother Did Not Obstruct Communication with the Child
- 14/08/2026 Complaint against mother dismissed by the Public Prosecutor's Office. Child's refusal to communicate found to be voluntary
Με την υπ' αριθ. 423/2025 απόφασή του, το Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε στο σύνολό της την υπ' αριθ. 3579/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία δύο κατηγορούμενες, μία γυναίκα και η μητέρα της, είχαν καταδικαστεί για ψευδή καταμήνυση, ψευδή κατάθεση μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση. Ο λόγος της αναίρεσης δεν ήταν ουσιαστικός, δεν έκρινε, δηλαδή, ο Άρειος Πάγος ότι οι κατηγορούμενες ήταν αθώες ή ότι η αρχική καταγγελία ήταν αληθής. Έκρινε κάτι πολύ πιο τεχνικό, αλλά εξίσου σημαντικό: ότι η απόφαση του Εφετείου δεν εξηγούσε επαρκώς πώς αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενες γνώριζαν, τη στιγμή που κατέθεταν, ότι όσα έλεγαν ήταν ψευδή.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε πίσω στο Εφετείο, για να ξανασυζητηθεί από την αρχή, με άλλη σύνθεση δικαστών. Δεν υπάρχει, συνεπώς, ακόμη τελεσίδικη κρίση επί της ουσίας.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Το 2015, μία γυναίκα («η πρώτη κατηγορουμένη» στο κείμενο της απόφασης) υπέβαλε μήνυση εναντίον του πατέρα της ανήλικης κόρης τους, για αποπλάνηση του παιδιού. Ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του καταγγελλόμενου, δεν οδηγήθηκε ωστόσο σε δίκη, καθώς υπήρξε απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών υπέρ του. Ο πατέρας μήνυσε τη μητέρα και τη μητρική γιαγιά για ψευδή καταμήνυση, ψευδή κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση. Το 2024, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών έκρινε ότι ήταν ένοχες, επιβάλλοντας ποινές φυλάκισης 12 και 4 μηνών αντίστοιχα, με αναστολή.
Οι καταδικασθείσες άσκησαν αναίρεση, και η υπόθεση έφτασε στον Άρειο Πάγο.
Τα κενά στο σκεπτικό που οδήγησε στην καταδίκη
Πίσω από το σκεπτικό που οδήγησε στην καταδική της μητέρας και της μητρικής γιαγιάς το 2024[1], διαφαίνεται ένας προβληματικός συλλογισμός: το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών απάλλαξε τον κατηγορούμενο, άρα η καταγγελία ήταν ψευδής, άρα η μηνύτρια και η μητέρα της είπαν ψέματα εν γνώσει τους. Αυτόν τον συλλογισμό απέρριψε ο Άρειος Πάγος.
Λογικό σφάλμα 1: «Απαλλάχθηκε, άρα η καταγγελία ήταν ψευδής»
Ένα απαλλακτικό βούλευμα δεν αποτελεί δικαστική διαπίστωση ότι το καταγγελλόμενο περιστατικό δεν συνέβη. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών εξετάζει αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή σε δίκη — ένα σαφώς χαμηλότερο και διαφορετικό κριτήριο από την ουσιαστική κρίση περί αλήθειας ή αναλήθειας ενός γεγονότος, η οποία ανήκει αποκλειστικά στο δικαστήριο της ουσίας.[2] Η μη παραπομπή μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους —ανεπαρκή αποδεικτικά μέσα κατά τον χρόνο εκείνο, δυσκολία στοιχειοθέτησης δόλου του δράστη, ή απλή δικανική επιφύλαξη— χωρίς κανένας από αυτούς να ισοδυναμεί με εύρημα ότι το καταγγέλλον πρόσωπο ψεύδεται.
Λογικό σφάλμα 2: «Η καταγγελία ήταν ψευδής, άρα οι κατηγορούμενες ήξεραν ότι ήταν ψευδής»
Ακόμη κι αν υποθέσουμε, χάριν συζήτησης, ότι μια καταγγελία αποδεικνύεται αντικειμενικά αναληθής, αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει τίποτα για το τι πίστευε η καταγγέλλουσα τη στιγμή που κατέθετε. Μια μητέρα μπορεί να μεταφέρει καλόπιστα όσα της περιέγραψε το παιδί της, ακόμη κι αν αργότερα, με άλλα δεδομένα, το δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα για τα γεγονότα. Το να ταυτίζεται η αντικειμενική ανακρίβεια ενός ισχυρισμού με την υποκειμενική γνώση του ψεύδους είναι ακριβώς το σφάλμα που το άρθρο 224 ΠΚ προσπαθεί να αποτρέψει, απαιτώντας άμεσο δόλο.
Λογικό σφάλμα 3: «Αρκεί να δηλωθεί στο σκεπτικό, χωρίς τεκμηρίωση»
Το Εφετείο, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, δεν εξήγησε με ποια συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιώνεται η γνώση των κατηγορουμένων περί του ψεύδους, ούτε ποια ήταν η πηγή αυτής της γνώσης. Αντ' αυτού, στηρίχθηκε σε γενικές διατυπώσεις και σε ένα διατακτικό που απλώς αντέγραφε το κατηγορητήριο — δηλαδή, στην πράξη, στην ίδια την έκβαση του απαλλακτικού βουλεύματος ως αυταπόδεικτη βάση της καταδίκης, χωρίς αυτοτελή απόδειξη δόλου.
«Ο δόλος, δηλαδή, η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αυτή» ΑΠ 423/2025
Αυτός ο εσφαλμένος συλλογισμός εμφανίζεται συστηματικά σε υποθέσεις με καταγγελίες κακοποίησης. Το βάρος της απόδειξης αντιστρέφεται και η απουσία καταδίκης του καταγγελλόμενου μετατρέπεται εργαλειακά σε απόδειξη εναντίον του καταγγέλλοντος, χωρίς να έχει ποτέ αποδειχθεί αυτοτελώς το ψεύδος του. Η απόφαση ΑΠ 423/2025 είναι σημαντική ακριβώς επειδή αρνείται να επικυρώσει αυτή την «συντόμευση» της απόδειξης, απαιτώντας η γνώση και η πρόθεση του ψεύδους να αποδεικνύονται η καθεμία χωριστά, με τα δικά της συγκεκριμένα στοιχεία.
Το νομικό ζήτημα: γιατί ο δόλος πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία, όχι με σχήματα λόγου
Η απόφαση στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη απαίτηση που θέτει η νομολογία για τα εγκλήματα με υπερχειλή[3] ή άμεσο δόλο: η γνώση και η πρόθεση του δράστη πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς, με έκθεση συγκεκριμένων περιστατικών — όχι με γενικές διατυπώσεις.
- Για την ψευδή καταμήνυση (άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ,[4] όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του 2019, εφαρμοστέο εν προκειμένω ως ευμενέστερο), δεν αρκεί το περιεχόμενο της μήνυσης να αποδειχθεί αναληθές. Απαιτείται επιπλέον υπερχειλής δόλος: να αποδειχθεί ότι ο μηνυτής γνώριζε το αναληθές της καταγγελίας του και είχε ως συγκεκριμένο σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του καταγγελλόμενου.[5]
- Για την ψευδή κατάθεση (άρθρο 224 παρ. 1 ΠΚ), απαιτείται άμεσος δόλος: ο μάρτυρας πρέπει να γνωρίζει, τη στιγμή που καταθέτει, ότι όσα λέει είναι αντικειμενικά ανακριβή γεγονότα — όχι απλώς εκτιμήσεις, ερμηνείες ή γνώμες που αργότερα αποδεικνύονται εσφαλμένες.
- Για την ηθική αυτουργία σε ένα από αυτά τα αδικήματα, ο ηθικός αυτουργός πρέπει να έχει τον ίδιο βαθμό δόλου με τον φυσικό αυτουργό.
Η καταδίκη ενός ατόμου για ψευδή καταγγελία δεν αρκεί να στηρίζεται στο γεγονός ότι η αρχική του καταγγελία δεν οδήγησε σε καταδίκη του καταγγελλόμενου. Χρειάζεται απόδειξη ότι ο μάρτυρας ήξερε ότι έλεγε ψέματα, με συγκεκριμένα περιστατικά που τεκμηριώνουν αυτή τη γνώση.
Η αρχειοθέτηση ή το απαλλακτικό βούλευμα δεν εξετάζει την αλήθεια, εξετάζει την επάρκεια των ενδείξεων για παραπομπή σε δίκη. Πρόκειται για χαμηλότερο αποδεικτικό στάδιο από τη δίκη επί της ουσίας.[6]
Γιατί έχει σημασία για τη συζήτηση περί «ψευδών καταγγελιών»
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τον νόμο 4800/2021 και την υποχρεωτική συνεπιμέλεια βασίζεται συχνά σε μια σιωπηρή παραδοχή: ότι οι καταγγελίες κακοποίησης που δεν καταλήγουν σε αμετάκλητη καταδίκη του καταγγελλόμενου είναι, εξ ορισμού, ψευδείς ή κακόβουλες. Αυτή η παραδοχή είναι νομικά εσφαλμένη.
Οι γονείς που καταγγέλλουν κακοποίηση των παιδιών τους βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με ποινικές διώξεις για ψευδή καταμήνυση, παρότι η αρχική τους καταγγελία δεν έχει ακόμη κριθεί οριστικά επί της ουσίας — και το βάρος της απόδειξης μετατοπίζεται εργαλειακά εναντίον τους.
Η απόφαση ΑΠ 423/2025, τονίζει πως απαιτείται αυστηρή και τεκμηριωμένη απόδειξη δόλου προκειμένου κάποιος να καταδικαστεί για ψευδή καταγγελία.
FOOTNOTES
- Παρακάτω το σκεπτικό του Εφετείου, όπως το αναπαρήγαγε αυτούσιο ο Άρειος Πάγος για να δείξει —και σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η αναιρετική κρίση— ότι πουθενά σε αυτό το κείμενο δεν εξηγείται με συγκεκριμένα περιστατικά πώς αποδεικνύεται ότι η Ε. Α. γνώριζε, τη στιγμή της μήνυσης, ότι όσα κατήγγειλε ήταν ψευδή. Το σκεπτικό απλώς δηλώνει, σχεδόν αξιωματικά, «όμως το περιεχόμενο ήταν ψευδές» και «τελούσε σε γνώση του ψεύδους», χωρίς να εκθέτει την πηγή αυτής της γνώσης ή τα στοιχεία που τη θεμελιώνουν — που είναι ακριβώς η ασάφεια που επεσήμανε ο Άρειος Πάγος.
Α1.) Η πρώτη κατηγορουμένη Ε. Α., στην Αθήνα, στις 26.06.2015 (αναασταλέντος του χρόνου παραγραφής από 04.01.2018 έως 24.02.2020), εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο, υπέβαλε την από 26.06.2015 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος του νυν εγκαλούντος Α. Κ. του Β., η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Β 2015/1161, με την οποία τον κατήγγειλε για τη διάπραξη του αδικήματος της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 339 παρ.1 Π.Κ.). Ειδικότερα, με την ανωτέρω έγκληση, ισχυριζόταν ότι ο εγκαλών τόσο κατά τις καλοκαιρινές διακοπές με την ανήλικη κόρη τους, Α. Κ., γεννηθείσα στις 3.10.2007, περί τα τέλη Ιουλίου του 2014 στο ξενοδοχείο "Κυλλήνη Beach Resort", στην Κυλλήνη, όσο και τον Φεβρουάριο του 2015, στην οικία του στη Γλυφάδα Αττικής, έβαλε κατ' επανάληψη τα δάχτυλά του βαθιά μέσα στα γεννητικά της όργανα, πάνω και κάτω από το εσώρουχό της, προκαλώντας της σωματικό και ψυχικό άλγος. Όμως το περιεχόμενο της πιο πάνω μήνυσης ήταν ψευδές και η κατηγορουμένη, αν και τελούσε σε γνώση του ψεύδους της, υπέβαλε αυτή σε βάρος του ως άνω εγκαλούντος. Τελικώς όμως ο εγκαλών απαλλάχθηκε από την κατηγορία [...] δυνάμει του υπ' αριθμ. 208/2020 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Α2.) Η πρώτη κατηγορουμένη, Ε. Α., στην Αθήνα, στις 26.6.2015 και 14.9.2015 [...], με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον Αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία. Ειδικότερα, (i) [...] εξεταζόμενη ως μηνύτρια ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, Σ. Π., κατά την κατάθεση της επίδικης μήνυσης, επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο αυτής, καταθέτοντας εν γνώσει της ψευδή στοιχεία [...] και (ii) [...] εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον της Αστυφύλακα της ΔΑΑ/ΥΠ.ΑΝ./Τμ. Εποπτείας Ανηλίκων, Χ. Α. [...] κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία, αναφέροντας εκ νέου τα ως άνω ψευδή περιστατικά.
Α3.) Επιπλέον, η πρώτη κατηγορουμένη Ε. Α., στην Αθήνα, στις 28.3.2016 [...], προκάλεσε με πρόθεση σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη [...]: με συνεχείς προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, έπεισε την δεύτερη κατηγορουμένη Δ. Α. να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα [...], γνώριζε δε ότι όλα τα προαναφερθέντα περιστατικά ήταν ψευδή.
Β.) Η δεύτερη κατηγορουμένη Δ. Α., στην Αθήνα, στις 28.3.2016 [...], ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον Αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία. [...] κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία και δη τα εξής: "...Η Α. είπε ότι κάποιες φορές, ο πατέρας της την πείραζε 'από κάτω', όταν η σύντροφός του κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι δίπλα τους. Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Ή υπνώτιζε την σύντροφό του και δεν καταλάβαινε τίποτα ή συμμετείχε και η σύντροφος. Δεν ξέρω τι να πω. Πάντως αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι η Α., κάθε φορά που επέστρεφε από τον πατέρα της, ήταν πολύ κόκκινη στα γεννητικά της όργανα...". Άπαντα όμως τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενες τελούσαν σε γνώση του ψεύδους αυτών, διότι στην πραγματικότητα ουδέποτε ο εγκαλών προέβη στις παραπάνω πράξεις σε βάρος της ανήλικης κόρης του. - ΑΠ 423/2025: «Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.»
- Υπερχειλής δόλος
- Άρθρο 229 - Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) - Ψευδής καταμήνυση:
1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος εν γνώσει και ψευδώς καθιστά άλλον ύποπτο στην αρχή υποβάλλοντας, αλλοιώνοντας ή αποκρύπτοντας κάποιο αποδεικτικό μέσο για αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. - ΑΠ 423/2025: «...η διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, [...] για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, απαιτούσε, επιπλέον, τη συνδρομή σκοπού του δράστη, να προκαλέσει την καταδίωξη του παθόντος, σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, που δεν απαιτεί την συνδρομή τέτοιου σκοπού και ως εκ τούτου, είναι, εν προκειμένω, εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ, η διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ...»
- Άρθρο 313 ΚΠΔ: «το συμβούλιο πλημμελειοδικών, μετά το πέρας της ανάκρισης, κρίνει αν υπάρχουν «επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις» για την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη — και ανάλογα εκδίδει παραπεμπτικό ή απαλλακτικό βούλευμα». Η έννοια των «επαρκών ενδείξεων» αφορά τον βαθμό πιθανολόγησης καταδίκης στο ακροατήριο — δηλαδή είναι μια κρίση πιθανολόγησης, χαμηλότερου αποδεικτικού βαθμού, σε αντιδιαστολή με την κρίση «πέραν πάσης αμφιβολίας» που απαιτείται για καταδίκη στη δίκη επί της ουσίας. (Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, Εκδόσεις Σάκκουλα)
BIBLIOGRAPHY / SOURCES
Machine-assisted translation, reviewed and edited by a human.
READ ALSO
- 25/08/2026 Travel and Accommodation Costs Are Not Part of Child Support, Rules Thessaloniki Court of Appeal
- 14/08/2026 Thessaloniki Court of Appeal Overturns Ruling: Mother Did Not Obstruct Communication with the Child
- 14/08/2026 Complaint against mother dismissed by the Public Prosecutor's Office. Child's refusal to communicate found to be voluntary